Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από πολύ μικρός, είχε καταφέρει να φτιάξει ένα σπουδαίο όνομα στα ελληνικά κόμικς στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

Με το σπαρακτικό άλμπουμ του «Η Γεννήτρια – Victor Van Dread», τα κόμικς του στο «9» της «Ελευθεροτυπίας», τη συμμετοχή του στην καλλιτεχνική ομάδα του «SUBart», το «Omikron Rom-Zine», το «JIN 474» και πολλά ακόμη έργα του, ο Βασίλης Λώλος κατάφερε να εξασφαλίσει γρήγορα συνεργασίες με ορισμένους από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους στις ΗΠΑ.

Το 2005 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη και το 2006 κυκλοφόρησε η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, το «The Pirates of Coney Island» σε συνεργασία με τον Rick Spears, από την Image Comics. Εναν χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε το «The Last Call» από την Oni Press, μια εντελώς δική του σειρά που προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ, ενώ ο Steven Spielberg εξεδήλωσε ενδιαφέρον να τη σκηνοθετήσει για τη Universal Pictures. Για το «The Last Call», μάλιστα, ο Λώλος απέσπασε το 2008 το βραβείο Harvey στην κατηγορία του «καλύτερου νέου ταλέντου».

Το «5», μια πρωτοποριακή αυτοέκδοση, ήταν μια ακόμη επιτυχημένη απόπειρα σε συνεργασία με τους Rafael Grampá, Gabriel Bá, Becky Cloonan και Fábio Moon, για την οποία η δημιουργική ομάδα βραβεύτηκε το 2008 με το βραβείο Eisner της «καλύτερης ανθολογίας».

Ακολούθησαν πολλές ακόμη συνεργασίες και πολλά ακόμη σπουδαία κόμικς στις ΗΠΑ αλλά, απ’ ό,τι φαίνεται, ο Λώλος είχε έναν ανοιχτό λογαριασμό με την Αθήνα που επιχείρησε να «κλείσει» με την κυκλοφορία του νέου άλμπουμ του, «Αθήνα», από τις εκδόσεις Jemma Press.

«Χελό! Γουέλκαμ του δε σόου»

Στην «Αθήνα», ο Λώλος πιάνει την προσωπική του ιστορία από το ξεκίνημα των γυμνασιακών του χρόνων στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στη Νέα Σμύρνη και με μικρές αφηγήσεις μοιράζεται με τους αναγνώστες περιστατικά των nineties με έναν απολαυστικό, αυτοσαρκαστικό τρόπο.

Αλλες από τις ιστορίες του είναι χιουμοριστικές, άλλες έχουν δραματική κατάληξη, όλες, όμως, κατά τον ίδιο, είναι «αληθινές» και παρουσιάζουν την ταραγμένη εφηβεία ενός παιδιού που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις μεταφυσικές του ανησυχίες και το Nintendo, στις ημιπαραβατικές συμπεριφορές και τους πρώιμους έρωτες:

«Οταν βγήκε το Γκέιμ Μπόι στην αγορά το ’90-’91 χώρισε όλα τα παιδάκια σε δύο κατηγορίες. Τους “έχων Γκέιμ Μπόι” και τους “μη έχων Γκέιμ Μπόι”. Πολύ μαλακισμένη κίνηση από την Κυρα-Νιτέντο αν θες τη γνώμη μου γιατί, ναι, σίγουρα υπήρχαν παιχνίδια ακριβά και φτηνά και πριν το Γκέιμ Μπόι. Αλλά όλα τα παιδάκια φάγανε ένα σκληρό κοινωνικό σοκ και αν ήσουν εκεί η εποχή είχε λίγο κάτι από “Λορντ οφ δε φλάις”, λίγο από το “Ντας Εξπέριμεντ” και τη “Φάρμα των Ζώων”. Καλά, για λίγο, μετά από μερικά χρόνια έπεσε η τιμή και κούλαραν τα πράγματα αλλά και πάλι. Α, ρε πουτάνα Νιτέντο, με τα ωραία σου».

«Χελό! Γουέλκαμ του δε σόου»

Με τέτοιες προσωπικές εξομολογήσεις, μακριά από νοσταλγικές αναπολήσεις και γλυκερές μνήμες, ο Λώλος καταγράφει μια σκληρή αλλά όχι-και-τόσο-μακρινή-εποχή στην Αθήνα που παρουσιάζεται σκοτεινή και μαύρη, βρόμικη και αφιλόξενη όχι μόνο για τα παιδιά αλλά για όλους.

Δεν παραμένει, όμως, μόνο στα παιδικά του χρόνια και τα ταξικά «παιχνίδια», αλλά με συνεχείς μικρές, συνήθως μονοσέλιδες, εξιστορήσεις από φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά-θραύσματα, πάντα στην Αθήνα, εκθέτει με ειλικρίνεια, συχνά με ωμότητα, τη γνώμη του για την πόλη, την πολιτική, την τέχνη, τα ελληνικά κόμικς.

Εμβόλιμα ανασύρονται και περνούν από τις σελίδες, για να εξαφανιστούν αμέσως μετά, οι βόλτες του με σκέιτμπορντ, οι εφηβικοί καβγάδες, μολότοφ που σκίζουν τον αέρα, ματατζήδες που καταδιώκουν περαστικούς, φαντάσματα φίλων από το παρελθόν. Κι όλα αυτά με τη μοναδική σχεδιαστική δεξιοτεχνία του Λώλου που καταφέρνει να αποδώσει τον εαυτό του με αμέτρητους τρόπους ανάλογα με το ύφος κάθε ιστορίας και με την ψυχολογική του κατάσταση.

Δεν πρόκειται άλλωστε ούτε για απομνημονεύματα ούτε για αυτοβιογραφία.

«Χελό! Γουέλκαμ του δε σόου»

Η «Αθήνα» του Λώλου είναι μια συλλογή από ιστορίες που δεν έχει καμιά σημασία αν συνέβησαν ή αν είναι προϊόντα φαντασίας. Ολες μαζί συνθέτουν ένα παζλ από εσκεμμένα μπερδεμένα μικρά πολαρόιντ της νεανικής αλλά ποτέ ανέφελης ζωής της σημερινής γενιάς των σαραντάρηδων με τα οδυνηρά ματαιωμένα όνειρα.

Οι ανομοιόμορφες σελίδες του Λώλου, τα ανισομεγέθη καρέ, οι ευφυώς τοποθετημένες Ben-Day dots, τα σχέδια που πότε προσεγγίζουν ρεαλιστικές απεικονίσεις και πότε γίνονται σουρεαλιστικές καρικατούρες, οι έξυπνες ονοματοποιίες, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που προσθέτει αμεσότητα, οι «δηλωμένες» πηγές (το εξώφυλλο ως φόρος τιμής στο κινηματογραφικό και εμβληματικό «Akira», οι ιστορίες του Andrea Pazienza κ.ά.), όλα μαζί δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και ασυνήθιστο άλμπουμ με πρωταγωνιστή τον «ίδιο» και την «Αθήνα» ή καλύτερα τον ίδιο στην Αθήνα, μια και η ζωή του φαίνεται εν πολλοίς να έχει καθοριστεί από την πόλη. Μια πόλη διόλου ελκυστική, σχεδόν εχθρική και απωθητική.

Μια πόλη, όμως, ικανή να αποτελεί την πρώτη ύλη και το επίκεντρο ενός ολόκληρου βιβλίου για την οποία ο Λώλος μονολογεί: «Τι μέρος ε; Ο χρόνος θα δείξει. Μερικές φορές η Αθήνα είναι σαν το Τρίγωνο των Βερμούδων. Ποντικοπαγίδα… Κολοσσαίο. Λαβύρινθος με διάφανους τοίχους. Τσιμεντο-νεκροταφείο».

«Χελό! Γουέλκαμ του δε σόου»