ΕΖΗΣΕ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ ΤΡΑΓΙΚΑ ο ελάσσων και λησμονημένος ποιητής Μίνως Ζώτος, που γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1905 στο Νιοχώρι Παραχελωίτιδος. Τελείωσε το Δημοτικό στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922, γράφτηκε στη Νομική, αλλά ουδέποτε ολοκλήρωσε τις σπουδές του, αφού αφοσιώθηκε ολόψυχα στην ποίηση και την μποέμικη ζωή. Λυρικός και μετασυμβολιστής, άνοιξε δρόμους στην ποίηση, την εμπλούτισε με νέο ρίγος. Αν δεν πέθαινε από φυματίωση στα 27 του, γράφει ο συμπατριώτης του Θωμάς Γκόρπας, θα διασταυρωνόταν σίγουρα με τον Εμπειρίκο, τον Σαραντάρη, τον Σεφέρη και το Ελύτη.
ΠΕΡΙΔΕΡΑΙΟ Ν’ αποξεχνιέμαι/ κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός/ σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως/ να πνέω και να διαλυέμαι./ Να μη ταράσσει/ καθώς θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός/ την αίσθησή μου, ουδόσο φύλλων θρος/ τα ησυχασμένα δάση.// Ω έσφιξαν τώρα/ οι μέρες, οι ώρες στένεψαν πολύ/ η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί/ που καρτερεί τη μπόρα.// Μαζί να πλέμε/ κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός/ σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως/ να πνέω και να διαλυέμαι.//
ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ Τα ξωτικά μου πήρανε το νου/ κι εκεί που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη/ απ’ τα ριζά του απόγκρεμου βουνού,/ σε τούτο εδώ με ρίξανε ακρογιάλι,/ που ’χει μπροστά του πέλαο, βράχο πίσω/ να μην μπορώ κοντά σας να γυρίσω.// Βοήθεια εγώ καμιά δεν καρτερώ/ γιατί πηχτό σκοτάδι μας χωρίζει./ Σα μέσα σ’ άλλον έπεσα καιρό/ και μια κατάρα ασήκωτη μ’ ορίζει/ σε σας μηνώ καθένας να το ξέρει/ με τούτο εδώ το μαύρο περιστέρι:// Είναι πολλά στο βίο τα ξαφνικά/ κι απ’ την οργή της μοίρας φυλαχθείτε,/ να μην σας βρουν και σας τα ξωτικά/ και κάποιο βράδυ απάντεχα βρεθείτε/ στα στοιχειωμένα μέρη στ’ ακρογιάλι,/ εδώ που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη.
ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ «Σιγά-σιγά, μη βιάζεσαι ζωή. Φρόνιμα τώρα./ Τα θέλγητρά σου σπάταλα κι αν σκόρπιζες μπροστά μου,/ εγώ σου ακριβοπλήρωσα τ’ απατηλά σου δώρα,/ μ’ όλους, θαρρώ τους πόθους μου και μ’ όλα τα όνειρά μου.// Το βλέπω πια, υστερόβουλη, ζωή, μου εφάνεις. Τώρα/ στάλα τη στάλα ράθυμα θα πιω το νέο ποτήρι/ κι αν είναι αργά και θάνατος μου γίνει απά στην ώρα/ θα μ’ εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη.
ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ Αγίων ψαλμοί και Αγγέλων κίνησις πολλή./ Η ανάκλησίς μου εν Ουρανοίς εορτή μεγάλη./ Εν νεφέλη αφαρπάζομαι. Αγγελοι εν στολή/ προς το αναβήναι με κρατούν απ’ τη μασχάλη.// Και ιδού πομπή με δάδας και πυρσούς/ με δέχεται εν οργάνοις. Δεν απουσιάζει/ εκ των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς/ ολονέν και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει.// Μακαρίζω την τύχην. Ευτυχής εγώ/ ότι ηξιώθην χάριτος. Εδόθη μοι όντως/ λαμπρά δικαίωσις τον Θεόν να υμνολογώ/ εκ δεξιών Αγίου Κλαυδίου του μειδιώντος.
