Ο Ρεμί Μπεζανσόν και ο Νταβίντ Φενκινός, πρόσφατα και στην Αθήνα ως καλεσμένοι του Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, συν-δημιούργησαν, ο πρώτος ως σκηνοθέτης κι ο δεύτερος ως συγγραφέας, την ταινία «Το μυστήριο του κυρίου Πικ». Οπως και οι ήρωές τους, έτσι και οι ίδιοι σε καμία περίπτωση δεν ορίζονται από μία ιδιότητα, από ένα χαρακτηριστικό.
Στην ταινία, μια νεαρή, φιλόδοξη υπάλληλος μεγάλου εκδοτικού οίκου ανακαλύπτει σε μια επαρχιακή βιβλιοθήκη… ανεπιθύμητων λογοτεχνικών έργων που δεν συνάντησαν ποτέ το κοινό ένα σκονισμένο αριστούργημα.
Σ’ αυτό βρίσκει την ευκαιρία της να αναγνωριστεί ως εκδότρια και, πράγματι, τα καταφέρνει: το βιβλίο, από τα αζήτητα, καταλήγει best seller. Το μυθιστόρημα έχει την υπογραφή του -νεκρού πια- πιτσαδόρου μιας μικρής παραθαλάσσιας πόλης της Βρετάνης, του κυρίου Πικ, ο οποίος, παραδόξως, μοιάζει να μην είχε ποτέ του διαβάσει λογοτεχνία ή γράψει μια γραμμή της προκοπής. Ενας μικρόψυχος, ανταγωνιστικός, διάσημος κριτικός βιβλίων, ο Ζαν-Μισέλ Ρους (Φαμπρίς Λουκινί), το βάζει σκοπό του να αποδείξει ότι η υπογραφή του κυρίου Πικ είναι πλαστή. Εμπόδιο και, παραδόξως, σύμμαχο θα βρει στην πορεία του την κόρη του φερόμενου ως συγγραφέα, την παρορμητική Ζοζεφίν (Καμίλ Κοτέν).
Ο Νταβίντ Φενκινός, συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε η ταινία, αλλά και άλλων γαλλικών best seller και σκηνοθέτης και σεναριογράφος και ο ίδιος (όπως του χαριτωμένου «La Delicatesse» με την Οντρέ Τοτού), δηλώνει «ανακουφισμένος» που συνεργάστηκε με τον Ρεμί Μπεζανσόν: «Ο Ρεμί διάβασε το βιβλίο μου», εξηγεί, «του άρεσε, συμφωνήσαμε να το κάνει ταινία, να το διασκευάσει εκείνος κι εγώ το σεβάστηκα απόλυτα, δεν ασχολήθηκα καθόλου μ’ αυτό – ίσα ίσα με βόλεψε κιόλας. Γνωριζόμαστε ήδη καλά, λατρεύω το σινεμά του Ρεμί και περίμενα με λαχτάρα δέκα χρόνια να θελήσει να χρησιμοποιήσει ένα βιβλίο μου επιτέλους. Ενιωσα μεγάλη χαρά, μεγάλη περηφάνια και δεν ανησυχούσα για τίποτα».

Για τον Ρεμί Μπεζανσόν, δημιουργό ταινιών που πάντα βρίσκουν τη χρυσή τομή μεταξύ εμπορικού και καλλιτεχνικού σινεμά, το πρώτο κίνητρο ήταν… ο πρωταγωνιστής του! «Θέλησα να κάνω την ταινία συγκεκριμένα για να χρησιμοποιήσω τον Φαμπρίς Λουκινί – οπότε εκείνος εξ αρχής ήταν στο καστ κι όλα τα άλλα στήθηκαν γύρω του. Η μεταφορά του βιβλίου είναι αρκετά ελεύθερη, έγιναν μπόλικες αλλαγές, επικεντρωθήκαμε σ’ έναν κυρίως απ’ όλους τους ήρωες. Οπότε η ταινία διατηρεί την ατμόσφαιρα του βιβλίου αλλά είναι και πολύ διαφορετική».
Επιτυχημένοι ήδη κι οι δύο, έχουν, φυσικά, μπόλικα δικά τους έργα φυλαγμένα στα συρτάρια ως «ανεπιθύμητα». «Εγώ, στην αρχή κυρίως της καριέρας μου, έβαλα πολλά σενάριά μου στα αζήτητα» θυμάται ο Μπεζανσόν. «Κι αυτά τα σενάρια, συνήθως, μένουν εκεί, είναι δύσκολο να τα ξαναβγάλεις. Εξελισσόμαστε, ωριμάζουμε, αλλάζουν οι επιθυμίες μας. Συχνά, μ’ έναν τρόπο, προτιμάμε να ξεχνάμε τις αποδείξεις της νεότητάς μας».
Ο Φενκινός μοιράζεται την ανάμνηση: «Εγώ, εννοείται, έχω και βιβλία που δεν έχουν γίνει και ταινίες και θεατρικά έργα, έχω γυναίκες με τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσα. Χρειάζεται υπομονή – για όλα».
Καθώς η ταινία παίρνει τη δική της, διακριτικά σαρκαστική θέση απέναντι στη λογοτεχνική-κινηματογραφική κριτική και τους υπογράφοντες αυτήν, ο Μπεζανσόν δεν διστάζει να εκφράσει τη δική του άποψη: «Δεν αγαπώ το “μ’ αρέσει – δεν μ’ αρέσει”, δεν αγαπώ την κριτική των τεσσάρων λέξεων στο twitter. Το να γράψει κάποιος “μπα, είναι χάλια»”. Εχεις αφιερώσει τρία, τέσσερα χρόνια για να κάνεις μια ταινία, το λιγότερο που περιμένεις είναι η κριτική γι’ αυτήν να έχει τουλάχιστον κάποιο βάθος. Να εξηγηθεί, να εξηγήσει, να καταλάβω».
Οσο για την πορεία του γαλλικού σινεμά, του πάντα θεωρούμενου ως υπόδειγμα σοφής κρατικής πολιτικής και ανταπόκρισης των θεατών, και οι δύο δημιουργοί δεν διστάζουν να… προσγειώσουν τις εντυπώσεις. «Οτι το σινεμά στη Γαλλία πάει καλά είναι μια ψευδαίσθηση. Το 97% των ταινιών δεν πάνε καλά, αντίθετα, είναι μια καταστροφή. Ο Ρεμί είναι ένας αναγνωρισμένος, πετυχημένος σκηνοθέτης, προσελκύει διάσημους, σπουδαίους ηθοποιούς, δεν είναι αντιπροσωπευτικό του συνόλου του γαλλικού σινεμά. Η πλειονότητα κάνει ελάχιστα εισιτήρια, υπάρχουν επιχορηγήσεις, αλλά όλο και λιγότερες, δεν είναι το Ελ Ντοράντο».
Κι ο Μπεζανσόν συμφωνεί: «Επιμένουμε στην πολιτιστική εξαίρεση, μαχόμαστε υπέρ του να βγαίνουν οι ταινίες στις αίθουσες, αλλά τώρα πια εκείνο που δουλεύει κυρίως είναι οι γαλλικές κωμωδίες κι οι αμερικανικές ταινίες, ακόμα και στο Παρίσι. Σήμερα, ο Σοτέ, ο Πιαλά, ο Τριφό, δεν θα μπορούσαν να κάνουν ταινίες».
Ιnfo: Η ταινία «Το μυστήριο του κυρίου Πικ» του Ρεμί Μπεζανσόν προβάλλεται στις αίθουσες από την Πέμπτη 9 Μαΐου, από τη Feelgood Entertainment.
