Ο Μάριος Χάκκας επιστρέφει πάλι στις γειτονιές της Καισαριανής. Στο προσφυγικό τετράγωνο του «Παριανού», όπως εμείς οι Καισαριανιώτες το αναγνωρίζουμε.
Εκεί ήταν και ο κύριος Μπάμπης ο Παριανός. Εκεί, καθισμένος στο παγκάκι, στο δρόσο του απογεύματος. «Και στις πρόβες εδώ ήταν ο κύριος Μπάμπης», μου είπε ο ανιψιός του Μάριου Χάκκα, που είχε την επιμέλεια της εξαιρετικής παράστασης του Φεστιβάλ Αθηνών. Εξαιρετική ιδέα, συγχαρητήρια στον φίλο Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο.
Εκεί ο κύριος Μπάμπης στη γειτονιά που λησμονήθηκε. Ολα θύμιζαν Καισαριανή. Ολα θύμιζαν γειτονιά. Γειτονιά που λησμονήθηκε. Συνοικία που έπαψε να θυμίζει όνειρο. Εκείνη με τις αυτοσχέδιες ή οργανωμένες διασκεδάσεις, στις ταβέρνες, στα ουζάδικα, στο σινεμά, αλλά και στον δρόμο του συνοικισμού και στα τετράγωνα. Σάμαλι και κοκ στο σινεμά, κατρούτσο στις γειτονιές, φέτα, ψωμί και ελιές στα κουτούκια. Τα σπίτια γίνονταν αυλές και οι δρόμοι σπίτια.
Εκεί μας γύρισε ο Μάριος Χάκκας. Στο φυσικό και ανθρώπινο τοπίο της Καισαριανής. «Ομως εμένα ο νους μου και η αγάπη μου για την Καισαριανή της ξυλοκοπίας – και είναι ευτύχημα που έζησα και μεγάλωσα εκεί».
Η Καισαριανή τού χάρισε «το ωραίο ταξίδι». Η Καισαριανή τον αγκάλιασε και του παρέσχε αφειδώς το υλικό και την έμπνευση. Σημεία αναφοράς αυτής της συνάντησης ήταν: τα σοκάκια της γειτονιάς, τα πλινθόκτιστα, το Μοναστήρι, το ρέμα, το Σκοπευτήριο και άλλα. Ο ίδιος ο λογοτέχνης-ποιητής καταγράφει αυτή τη συνάντηση: «Ενας χώρος που κατοικήθηκε για πρώτη φορά. Μια στενόμακρη ανηφορική λουρίδα με φτωχές κουνούκλες. Αριστερά το ρέμα και ένα δάσος, ισχνά καχεκτικά πευκάκια. Δεξιά η μάντρα του Σκοπευτηρίου. Ψηλά το μοναστήρι. Αντίσκηνο, παράγκα, πληθόκτιστο και κουρελού της προσφυγιάς και να η Καισαριανή χαμόγελο στον πρώτο ήλιο».
Η συνοικία των παιδικών του χρόνων, της εφηβείας και της ωριμότητας, έχει τελικά, μια αμφίδρομη σχέση με την πορεία της ζωής του συγγραφέα, ιδεολογική και βιολογική. Η σχέση του είναι και βιολογική και σκληρή. Η προσωπική του φθορά συνδυάζεται με τη φθορά του φυσικού και ανθρώπινου τοπίου: γίνεται μάντης κακών και, δυστυχώς, αληθινός προφήτης.
«Τώρα, γριά τσατσά, τρως σάμαλι και τουλούμπα, μασάς μπατιρόσπουρους στο θερινό σινεμά και φτύνεις τα τσόφλια στο σβέρκο ευυπόληπτων… Τι δουλειά έχεις πια εσύ με αυτά τα ανθρωπάρια, το πνεύμα της ιδιοκτησίας και τις αντιπαροχές;».
Το δημιούργημά του μεταφέρει αξίες και οράματα απλών ανθρώπων με τρόπο ρεαλιστικό. Είναι οι άνθρωποι της συνοικίας μας. Κάποιους αναγνωρίζουμε σήμερα ανάμεσά μας.
Ανάμεσά τους και ο κύριος Μπάμπης. Ο Μάριος Χάκκας και ο κύριος Μπάμπης χτυπήθηκαν από την ίδια αρρώστια. Και ο Μάριος Χάκκας και ο κύριος Μπάμπης, όμως, την περιγελούν. Είναι και οι δυο πάνω από αυτή. Και οι δυο είναι πρόσωπα μιας Καισαριανής που χάνεται, μιας αναπνοής που λαχανιάζει πλέον κάτω από το βαρύ φορτίο που κουβαλάει. Και εμείς είμαστε πάλι εδώ.
* πανεπιστημιακός συγγραφέας
