Το περασμένο Σάββατο, κυρίες και κύριοι, πήγαμε στο σπίτι του Τζακ, ενός σκύλου που ζει στο ύψωμα πάνω απ’ το Πικέρμι. Ηταν εκεί και οι Λουλού και Μίλτος απ’ τον Βουτζά -σώθηκαν στο τσακ στην περσινή πυρκαγιά- και ο Μπόμπης κι η Λίζα, γείτονες αυτοί απ’ τον Μαραθώνα.
Πήραμε σουβλάκια και μπίρες και πιάσαμε την κουβέντα για το θέμα που μας καίει, μια και όλοι μας ζούμε σε σπίτια και κήπους στην εξοχή, μάλλον απομακρυσμένα:
▪ Το τραγικό συμβάν σ’ ένα χωριό της Κορινθίας, τον Σολομό, όπου ο ένοικος ενός σπιτιού σκότωσε τον Ρομά που, μ’ έναν συνεργό του, μπήκε νυχτιάτικα στον κήπο του για να κλέψει, ποιος ξέρει τι.
Πρώτος μίλησε ο Μίλτος απ’ τον Βουτζά:
-Νομίζω ότι ήταν υπερβολική η αντίδραση του ιδιοκτήτη του σπιτιού. Οταν πυροβολείς με χοντρά σκάγια, ξέρεις ότι είναι πολύ πιθανό να σκοτώσεις. Εγώ θα έριχνα στον αέρα και μία και δύο και τρεις φορές, μέχρι να φύγουν. Και θα τους έλεγα ότι έχω πάρει την Αστυνομία.
Τον λόγο πήρε η Λίζα απ’ τον Μαραθώνα:
-Εγώ θα τους φώναζα και θα ρωτούσα τι θέλουν βραδιάτικα στο σπίτι μου, έχοντας πάντως και την καραμπίνα έτοιμη στο χέρι. Δεν πιστεύω ότι θα μου απαντούσαν, αλλά θα έφευγαν. Αν έκαναν καμιά κίνηση εναντίον μου, ε, ναι, τότε θα πυροβολούσα.
Ακολούθησε ο δικός μας, ο Ταρζάν:
-Ρε παιδιά, όταν βλέπεις δύο άγνωστους να μπουκάρουν βραδιάτικα σπίτι σου δεν είναι εύκολο να μείνεις ψύχραιμος. Ο άνθρωπος είχε γυναίκα και παιδιά στο σπίτι -έτσι άκουσα. Θα κάτσει και θα πιάσει κουβέντα με τους ληστές;
Είπαν ότι ήθελαν, λέει, να κλέψουν μια κότα. Τι θα ‘λεγαν; Οτι πήγανε να τους δέσουν οικογενειακώς, να τους πλακώσουν στο ξύλο για να τους πουν πού είναι τα λεφτά ή για να τους «σιδερώσουν»; Σοβαρά μιλάτε; Εδώ ήταν -με τόσα που γίνονται τελευταία- ή εσείς ή εγώ και η οικογένειά μου. Τρελαθήκαμε;
Τη συζήτηση έκλεισε ο Τζακ απ’ το Πικέρμι:
– Παιδιά, πολύ στο Φαρ Ουέστ το πήγαμε. Εγώ θα τους ρώταγα τι θέλουν και θα τους έδινα κι ένα εικοσάρικο να πάνε να πάρουν δύο ψητά κοτόπουλα να φάνε, αφού πείναγαν.
Με τις καραμπίνες δεν βρίσκεις άκρη. Να τώρα: ένας άνθρωπος σκοτώθηκε και καταστράφηκε κι η ζωή του δράστη που ουσιαστικά τον εξόρισαν, να πάει να ζήσει αλλού.
Και το δικό μου συμπέρασμα:
– Σε τέτοιες περιπτώσεις, καλό είναι να προσπαθήσεις, ψύχραιμα, να πείσεις τους απρόσκλητους επισκέπτες να φύγουν. Και, παράλληλα, να ‘σαι έτοιμος να τους αντιμετωπίσεις, αν καταλάβεις ότι δεν σκοπεύουν να φύγουν με άδεια χέρια και όντως κινδυνεύει η ζωή σου. Αν είναι «κλεφτοκοτάδες» θα φύγουν. Αν είναι ληστές, όχι. Τότε, ο Θεός βοηθός…
* Ωραία η συζήτηση της Αλλοπάρ μου με τους φίλους της, αλλά το θέμα παραμένει πολύπλοκο. Εν τάξει, να το χειριστείς ψύχραιμα, να μη ρίξεις αμέσως, αλλά μήπως είναι πολύ να απαιτούμε από έναν απλό πολίτη να φερθεί όπως ένας εκπαιδευμένος αστυνομικός; Ειδικά όταν έχει τα παιδιά του στο σπίτι; Δύσκολη δουλειά θα ‘χει ο δικαστής…
