«Στο σπίτι μου όλα θυμίζουν τον Καραγκιόζη […] Στον καθρέφτη ο Καραγκιόζης μου μού λέει κάθε πρωί: “Ρε Σπαθάρη, για θυμήσου απ’ το 1909 μέχρι το 1947, τότε που μ’ έπιασες στα χέρια σου, τι χαρές και τι γέλια χαρίζαμε σ’ αυτόν όλο τον λαό που όλο χαρά σού φώναζε: Γεια σου, ρε Σπαθάρη, με τον Καραγκιόζη σου!”».
Eίναι ο Καραγκιόζης, που παρά το χάλι του ψυχαγωγούσε – κι εξακολουθεί να ψυχαγωγεί. Οπως το παρεμφερές τρίο του Μποστ με τη ρακένδυτη Μαμά Ελλάς και τα παιδιά της: Ανεργίτσα και Πειναλέων (όνομα και πράμα). Αλλά και τους επαίτες των ημερών μας στο κέντρο της Αθήνας με την επιγραφή «πεινάω» – αλλά εδώ δεν γελάμε… Οπότε πάμε στον Σωτήρη Σπαθάρη, που στις 14 Απριλίου συμπληρώνονται 45 χρόνια από τότε (1974) που έφυγε από τη ζωή (στα 82 του).
Κορυφαίος στην τέχνη του, με μια ζωή ωστόσο που στο μεγαλύτερο μέρος της συνέπλεε με την ανέχεια των χάρτινων ηρώων του. Πλύστρα η μητέρα, ανάπηρος και ανήμπορος να δουλέψει ο πατέρας, ζητιάνευε για να ζήσουν, με συνοδό τον μικρό Ευγένιο. Το αναφέρει ο ίδιος στην Αυτοβιογραφία «Απόψε τρέξατε» (απ’ όπου και η αφετηρία του παρόντος κειμένου), που κυκλοφόρησε το 1960 (εκδ. Πέργαμος) κι επανεκδόθηκε βελτιωμένη το 1992 (εκδ. Αγρα).
Ωσπου, εκεί στη γειτονιά του στο Μεταξουργείο, ανακάλυψε τον Καραγκιόζη, την πιο προσιτή λαϊκή ψυχαγωγία της εποχής, η οποία όμως, έπειτα από κάποιες παλιοδουλειές καραγκιοζοπαιχτών, έβγαλε κακό όνομα: «Τότες το επάγγελμα ήταν τέτοιο που το σιχαινότανε όλη η κοινωνία. Αλίμονο σε κείνον που τον πήγαιναν στην αστυνομία ή σε δικαστήριο και έλεγε ότι είναι καραγκιοζοπαίχτης. Αμέσως ο αστυνόμος ή ο δικαστής, λέγανε: ”Μπα, καραγκιοζοπαίχτης; Σπουδαίο υποκείμενο!”. Γι’ αυτό οι καλοί και τίμιοι καραγκιοζοπαίχτες αναγκάστηκαν να παίζουνε με ψεύτικα ονόματα».
Aυτό όμως δεν πτόησε τον Σπαθάρη. Βοηθός στην αρχή, με δικό του «θίασο» – φιγούρες και σκετς, πιο μετά, έστηνε τη σκηνή του σε μαγαζιά και ανοιχτούς χώρους, σε συνοικίες της Αθήνας και στην επαρχία και έπαιζε. Αλλά καθώς οι εισπράξεις ήταν ισχνές, είχε την γκρίνια των δικών του. «Εγώ τους ορκιζόμουνα πως δεν θα ματαπιάσω στα χέρια μου Καραγκιόζη, αλλά δεν περνάγανε μερικές ημέρες, πάλι μ’ αυτά καταπιανόμουνα, γιατί σάμπως να καταλάβαινα πως άμα αφήσω τον Καραγκιόζη θα πέθαινα».
Δεν άφησε τον Καραγκιόζη και γλίτωσε τον θάνατο, αφού άλλωστε δεν δίσταζε παράλληλα να κάνει οποιαδήποτε άλλη δουλειά για επιβίωση. Ετσι, χάρη στον Σπαθάρη και μερικούς ταλαντούχους και ευσυνείδητους συναδέλφους του, ο Καραγκιόζης εδραιώθηκε, κάποια στιγμή έκαναν και το σωματείο τους, αλλά οι καιροί δεν ήταν πάντα ευνοϊκοί, κι ας μην έλειπε από κάθε παράσταση το γνωστό επιφώνημα του Καραγκιόζη: «Ε, ρε γλέντια!». Ο Σπαθάρης, μαθημένος στις κακουχίες, στάθηκε. Αγαπήθηκε από το κοινό –μικρούς και μεγάλους– αλλά και από λόγιους. Του γράφει ο Αγγελος Σικελιανός:
Λαϊκή ψυχή
«Η τέχνη Σου είναι η βάση της λαϊκής ψυχής και μακάριος που την στηρίζει με σοβαρότητα που της οφείλει. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θύμηση του λαού μας μπρος στην αναποδιά του κόσμου, αλλά ξεσκεπάζει κι η πηγαία δύναμη που ’χει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τα ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο, ανεβαίνοντας τα σκαλιά της θείας του εξυπνάδας, ώς τις κορφές του ηρωισμού, κι αυτό με μια ανθρωπιά και μ’ έναν ανώτερο πολιτισμό, που έχουν το ταίρι τους μονάχα στην αληθινά μεγάλη τέχνη και που βρίσκονται σε “διαπασών” μαζί της. Κληρονόμος αυτής της παράδοσης, στην πιο αυθεντική και ζωντανή μορφή της, είσαι Συ και φαντάζεσαι με πόση εκτίμηση Σε βλέπω».
«Το 1947 αρρώστησα και δεν ξανάπαιξα πια. Από τότε παίζει το παιδί μου κι εγώ το βοηθάω». Το παιδί του δεν είναι άλλο από τον Ευγένιο Σπαθάρη, που συνέχισε επάξια –και διακρίθηκε διεθνώς– την τέχνη του Καραγκιόζη. Ο Ευγένιος έφυγε από τη ζωή πριν από δέκα χρόνια – 8 Μαΐου 2009, στα 85 του. Πρόλαβε όμως να φτιάξει –το 1996– το υποδειγματικό στο είδος του Μουσείο Σπαθάρη-Θέατρο Σκιών, στο Μαρούσι, το οποίο όμως από τον περασμένο Σεπτέμβριο παραμένει κλειστό καθότι επί χρόνια έμεινε ασυντήρητο. Είναι η υπόσχεση του δήμου ότι θα το επισκευάσει, αλλά ώς τώρα δεν έχει γίνει τίποτα…
