Τη διαχρονικά σημαντική επιβάρυνση των ακαθάριστων αποδοχών των μισθωτών και του εργασιακού κόστους από τους φόρους και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα αναδεικνύει η έκθεση Taxing Wages 2019 που έδωσε χθες στη δημοσιότητα ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OOΣΑ).
Υιοθετώντας ως βασικό μέτρο αποτίμησης της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης των εργασιακών αποδοχών (ή εργασιακού κόστους) τη «φορολογική σφήνα» ή tax wedge (φόρος ατομικού εισοδήματος εργαζομένου + εισφορές κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένου + εισφορές εργοδότη – οικογενειακά επιδόματα /ακαθάριστοι μισθοί + εισφορές εργοδότη), η έκθεση διαπιστώνει πως αυτή ήταν πέρυσι ελαφρά υψηλότερη για την κατηγορία των ανύπαντρων μισθωτών χωρίς παιδιά που αμείβονται με τον μέσο μισθό.
Συγκεκριμένα η επιβάρυνση της εν λόγω κατηγορίας αυξήθηκε κατά 0,1%, από 40,8% το 2017 σε 40,9% το 2018 έναντι μέσου όρου 36,1% στις χώρες του ΟΟΣΑ. Στη σχετική λίστα η Ελλάδα κατείχε τη 13η υψηλότερη θέση μεταξύ των 36 χωρών της μελέτης.
Από την άλλη πλευρά -λόγω των επιδομάτων και φορολογικών ελαφρύνσεων- η αντίστοιχη «φορολογική σφήνα» μειώθηκε στις κατηγορίες των εργαζομένων με παιδιά. Συγκεκριμένα για μια οικογένεια με έναν εργαζόμενο που λαμβάνει τον μέσο μισθό και έχει δύο παιδιά, η επιβάρυνση στις εργασιακές αποδοχές μειώθηκε κατά 1,08% σε σχέση με το 2017 στο 37,9% του κόστους εργασίας. Η αντίστοιχη μείωση για μια οικογένεια δύο μισθωτών με δύο παιδιά ήταν 0,54% στο 38,4% του κόστους εργασίας.
Πιο ακριβές πάντως για την πραγματική επιβάρυνση στις τσέπες των μισθωτών φαίνεται να είναι ένα άλλο μέγεθος που υιοθετεί η μελέτη του Οργανισμού και από το οποίο απουσιάζουν οι εισφορές των εργοδοτών. Με βάση αυτό, η επιβάρυνση ενός ανύπαντρου μισθωτού χωρίς παιδιά που αμείβεται με τον μέσο μισθό από τη φορολογία εισοδήματος και τις εισφορές ανέρχεται στο 26,2% του ακαθάριστου μισθού του (10,1% από τη φορολογία εισοδήματος και 16,1% από τις εισφορές).
Η επιβάρυνση αυτή είναι πολύ κοντά στον αντίστοιχο μέσο όρο επιβάρυνσης στις 36 χώρες του ΟΟΣΑ (25,5%). Με άλλα λόγια, σημειώνει χαρακτηριστικά η έκθεση, ο εν λόγω μισθωτός στην Ελλάδα βάζει στην τσέπη του μετά τους φόρους και τα επιδόματα το 73,9% του ακαθάριστου μισθού του έναντι 74,5% που είναι ο αντίστοιχος μέσος όρος στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ.
Αν ληφθούν υπόψη τα επιδόματα και οι ελαφρύνσεις που δίνονται λόγω των παιδιών, τότε η αντίστοιχη επιβάρυνση για έναν παντρεμένο εργαζόμενο που αμείβεται με τον μέσο μισθό και έχει δύο παιδιά είναι ακόμη χαμηλότερη, 22,3%.
Το επίπεδο αυτό αν και χαμηλότερο είναι το 6ο υψηλότερο στον ΟΟΣΑ και αρκετά μακριά από τον αντίστοιχο μέσο όρο 14,2%. Ο εν λόγω μισθωτός εισπράττει καθαρά το 77,7% του ακαθάριστου μισθού του έναντι μέσου όρου 85,5% στον ΟΟΣΑ.
