Ο Θανάσης Τριαρίδης, γεννημένος το 1970 στη Θεσσαλονίκη, συγκεντρώνει τα ποιήματα των τελευταίων έξι χρόνων σε έναν μικρό τόμο, συνοψίζοντας την κοσμοθεώρηση και την ποιητική του, και δίνοντας μια πρώτης τάξης ευκαιρία στον αναγνώστη να εισαχθεί στο τριαρίδειο σύμπαν.
Πρόκειται, προχωρώντας πέρα από τα εργοβιογραφικά των πενήντα βιβλίων, των αισθητικών και πολιτικών του κειμένων και των διαδεδομένων και επιτυχημένων του θεατρικών, για έναν ποιητή που κινείται μεταξύ του Wstawać («εγέρθητι») και της γκάβλας. Δείχνοντας καταστατικά και ιδιοσυγκρασιακά όχι μόνο από πού γράφει αλλά και ως τι γράφει.
Ως το τρεμάμενο σώμα υπό τον φόβο της εξουσίας και της αυθαιρεσίας-μανίας του άλλου, θεσμικού και επεκτατικού άλλου, ως το σώμα που παραδίδει μια λεκτική-αφηγηματική σκυτάλη και θεώρηση στους επόμενους, στο νεκροκρέβατό του ή σε όποιον τόπο συμβαίνει το μοίρασμα της επαφής και της απόγνωσης, της διαμαρτυρίας και της δράσης, της ενοχής και της συνενοχής.
Διαλαλώντας σε όλους τους τόνους το «πού ακούστηκε ότι αρκεί η αθωότητα για να είσαι αθώος», επενδύει επαναληπτικά και αποτελεσματικά στο όχημα του δραματικού μονολόγου και διακορεύει «μονοσήμαντα» και προαποφασισμένα οτιδήποτε βρεθεί στο πέρασμά του, αγαπητικά.
Εντασσόμενος αβίαστα και με τον δικό του αφηγηματικό τρόπο, λοιπόν, στη μακρά και σπουδαία παράδοση του δραματικού μονολόγου, κατορθώνει ως επαρκέστατος λογοτέχνης (homo faber) να σεβαστεί και να εκμεταλλευτεί τα όρια και τις δυνάμεις αυτού του τόσο αγαπητού ποιητικού είδους, που συμπεριλαμβάνει τον οικουμενικό Κ.Π. Καβάφη, ως γνωστόν, τον πρώτο «τελειοποιητή» του είδους Ρόμπερτ Μπράουνιν, τον Ρόμπερτ Φροστ, τον Ε.Α. Ρόμπινσον, τον Εζρα Πάουντ, φυσικά «Το ερωτικό τραγούδι του Τζ. Αλφρεντ Προύφροκ» του Τ.Σ. Ελιοτ, και άλλους.
Αξίζει βέβαια να σημειωθεί εδώ πως ο «δραματικός μονόλογος» δεν είναι ο θεατρικός ή τραγικός, συνταρακτικός ή μελοδραματικός, μονός λόγος, αλλά ένας λόγος ευθύς και αφυπνιστικός, ένας απόλογος-απολογισμός, δηλ. ένας λόγος τελικός που ακολουθεί συγκεκριμένες λογοτεχνικές συμβάσεις.
Σύντομα, ένα πρόσωπο, που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τον ποιητή, εκφωνεί το ποίημα σε μια κρίσιμη στιγμή ή κατάσταση. Ο εκφωνητής αυτός απευθύνεται σε έναν ή σε περισσότερους, και συμμετέχουμε ανακλαστικά στις αντιδράσεις τους εφόσον μεταλλάσσεται ή κυμαίνεται ανταποκρινόμενη η αφήγηση. Τέλος, το ποίημα-μονόλογος είναι οργανωμένο έτσι ώστε η προσοχή μας να προσκολλάται στην ιδιοσυγκρασιακή ιδιαιτερότητα του ομιλητή, που αποκαλύπτεται «πλήρως» και εκ των πραγμάτων, χωρίς να επιτυγχάνεται η μετατόπιση στο «κυρίως» θέμα που περιγράφεται, αφού αυτό λειτουργεί ως μέσο για τον κύριο σκοπό: την αυτο-αντανάκλαση, την τοποθέτηση δηλ. του αφηγητή απέναντι στον κόσμο ως συμβάν και στον άλλον, σε ηθικό πρωτίστως επίπεδο.
Χαρακτηριστικά, τα ποιήματα «La Tregua – Μια μετάφραση» και η «Χρύση Αυγή» όχι μόνο είναι φορείς και εξαίσια δείγματα «δραματικών μονολόγων», αξιώνοντας σχολική και όχι μόνο ανθολόγηση, αλλά ποιήματα με τα οποία οφείλει να αναμετρηθεί κανείς και ηθικά να τοποθετηθεί απέναντί τους.
Ανθρωπος εμφανέστατα πληθωρικός και ασυγκράτητος στη γραφή του, ο Θεσσαλονικιός ποιητής, με μια δική του ορμή και αμεσότητα, αναβιώνει –σε μια μεταλλαγή– τη Θεσσαλονίκη του Ν.Γ. Πεντζίκη και συμπληρώνει τα γράμματά μας, συγχρονίζοντας τη λογοτεχνία μας με την εποχή. Μπολιάζοντας μια εκδοχή του μαγικού ρεαλισμού με τη μετα-μοντέρνα και μετα-καβαφική του γραφή, σχηματίζει άλλοτε ένα αυλάκι και άλλοτε μια τούμπα την οποία οφείλουμε να παρακολουθούμε.
