Κάποιοι διανοητές έχουν ορθά διαπιστώσει ότι η νεότερη Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα: Ο παράγοντας χρόνος και ο παράγοντας χώρος την «καταδικάζουν» είτε να αναδείξει σημαντικές πνευματικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις είτε να παρακμάσει και οριακά να διαλυθεί.
Από άποψη χρόνου, η γλώσσα της χώρας και άλλα στοιχεία του πολιτισμού της φτάνουν, παρά τις όποιες ρωγμές και αλλαγές, τουλάχιστον ώς και την πρώτη προ Χριστού χιλιετία. Οσα λέω δεν πρέπει να εκληφθούν ως εκδήλωση ελληνοκεντρικής ή όποιας άλλης υπερηφάνειας ή αλαζονείας. Υπογραμμίζουν απλώς το πόσο σημαντικό αλλά και δύσκολο είναι να διαχειριστεί η κοινωνία μας αποσκευές που κάποτε ο Σεφέρης αποκάλεσε τις «μεγάλες πέτρες» που βουλιάζουν όποιον τολμήσει να τις σηκώσει.
Αντίστοιχα σημαντικό για την Ελλάδα είναι και το ζήτημα του χώρου. Τα σύνορά μας δεν είναι τα σύνορα της Ελβετίας. Θα έχουν ανάγκη περιφρούρησης τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που οι γειτονικές χώρες θα κατοικηθούν αποκλειστικά από διεθνιστές αγγέλους.
Πέρα από αυτό, μεγάλο μέρος ανθρώπων ελληνικής καταγωγής ζουν εκτός συνόρων, στη Βόρεια Αμερική, την Αυστραλία και την υπόλοιπη Ευρώπη, με τελευταία δραματική εξέλιξη τη συνεπεία της κρίσης φυγή στο εξωτερικό εκατοντάδων χιλιάδων νέων Ελλήνων που κινδυνεύουν να είναι οριστικά χαμένο κεφάλαιο για τη χώρα.
Και ακόμη η γεωπολιτική θέση της χώρας έχει συνέπεια τη συρροή μεγάλων κυμάτων προσφύγων, θυμάτων των πολέμων στην ευρύτερη περιοχή μας.
Μια ποιοτική και ουσιαστική παιδεία είναι το κύριο μέσο για να αναδειχθούν οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες που δημιουργούν για τη χώρα μας οι ιδιαίτεροι αυτοί παράγοντες του χρόνου και του χώρου. Αυτογνωσία και ετερογνωσία, ουσιαστική επαφή με το παρελθόν και το παρόν με το βλέμμα στο μέλλον, ελεύθερο και δημοκρατικό φρόνημα και αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης μπορούν να υπάρξουν μόνον αν υπάρχει σοβαρή παιδεία σε όλες τις βαθμίδες, αρχίζοντας από την ανώτατη που προσφέρει τα στελέχη για όλες τις άλλες.
Σε προγραμματική αντίθεση με όλα αυτά η κυβερνητική πολιτική στην εκπαίδευση παρ’ όλες τις αντιδράσεις έχει ήδη εφαρμόσει και προωθεί, όπως και στην οικονομία και γενικότερα στην κοινωνία, την εξίσωση προς τα κάτω. Η μεσαία τάξη κυρίως ισοπεδώνεται και οδηγείται να γίνει ένας ανερμάτιστος και ευνουχισμένος πολτός που θα ψευτοζεί με τη φενάκη των επιδομάτων ή των αναδρομικών.
Αντίστοιχα, η νέα μεταρρυθμιστική πρόταση με την ερήμην ακαδημαϊκών προϋποθέσεων εξίσωση Πανεπιστημίων-ΤΕΙ, τον πολλαπλασιασμό τμημάτων κ.ά. λειτουργεί σαν βόμβα διασποράς πτυχίων αμάθειας. Αν περάσει, θα τείνει να οδηγήσει στην παραγωγή ανθρώπων υποχείριων στην εξουσία, σε ένα διεθνές περιβάλλον νέας δουλείας. Θα το αφήσουμε;
