Στις 16/4/2019 το ορχηστρικό και χορωδιακό σύνολο musicAeterna της Οπερας του Περμ υπό τον Θεόδωρο Κουρεντζή παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής το «Ρέκβιεμ» του Βέρντι. Μέρος εκτεταμένης ευρωπαϊκής περιοδείας, η αθηναϊκή εμφάνισή τους προκάλεσε συναγερμό στο εγχώριο κοινό που έσπευσε να δει τον συμπατριώτη Ελληνα αρχιμουσικό να θαυματουργεί στο πόντιουμ.
Συμμετείχαν τέσσερις μονωδοί: η Ρωσίδα υψίφωνος Ζαρίνα Αμπάεβα, η Γαλλοαρμένισσα μεσόφωνος Βαρντουί Αμπραχαμιάν, ο Ουκρανός τενόρος Ντμίτρι Ποπόφ και ο Κουβεϊτογερμανός βαθύφωνος Ταρέκ Νάζμι. Η εκτέλεση στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα ενθουσίασε μέχρι παραληρήματος το αθηναϊκό κοινό στο οποίο ξεχώριζαν ουκ ολίγοι επώνυμοι από τους χώρους της πολιτικής και της μουσικής. Με κάποιες εύλογες επιφυλάξεις οι μουσικές εντυπώσεις ήσαν πολύ καλές.
Οι συναυλίες του Κουρεντζή συνιστούν πάντα και σκηνοθετημένο θέαμα· αναμενόμενα η συγκεκριμένη δεν αποτέλεσε εξαίρεση: ορχήστρα και χορωδία έφεραν μαύρα καλογερίστικα ράσα, έπαιξαν όρθιοι, πριν από την έναρξη και μετά το τέλος επιβλήθηκε εξεζητημένα παρατεταμένη σιωπή, στην εκκωφαντικής έντασης «Ημέρα οργής» οι χορωδοί τραγούδησαν κάνοντας χωνί τα χέρια στο στόμα κ.ο.κ. Ασόβαρα, αμφιλεγόμενης αισθητικής, αναμφιβόλως αχρείαστα θεατ(ρινίστ)ικα καμώματα.
Εχοντας στις διαταγές του σύνολα ακμαίων μουσικών, σε άκρα πειθαρχία και εγρήγορση και με πραγματικά ζηλευτής ποιότητας ήχο, ο Κουρεντζής αντιμετώπισε την ώριμη, πληθωρικά εκφραστική –εκφραστικότερη δεν γίνεται!- ρομαντική μουσική του Βέρντι, ως εάν αυτή να χρειαζόταν υπογραμμίσεις και υπερτονισμούς για να λειτουργήσει συγκινησιακά.
Διηύθυνε υπερβολικά αργά έως υπερβολικά γρήγορα, διεύρυνε τις δυναμικές από οριακώς χαμηλόφωνα έως στριγκά και εκκωφαντικά, πρόβαλλε υπερβολικά λεπτομέρειες, υπογράμμιζε εκφραστικές εξάρσεις στο τραγούδι και την ορχήστρα, επιδόθηκε σε μοναδικής τραχύτητας κορυφώσεις. Αναπόδραστα, το ακρόαμα υπήρξε σαγηνευτικά έως εκμαυλιστικά συναρπαστικό: τεχνικά άψογο, επιδεικτικά τελειοθηρικό, εκστατικά λυρικό, εξεζητημένα αισθαντικό, θηριωδώς άγριο.
Μοιραία, όχι λίγοι θα αισθάνθηκαν τη συγκίνησή τους να εκβιάζεται εκτός θέματος. Πολύ καλοί ήσαν οι τέσσερις μονωδοί: με αιθέριες υψηλές νότες και επαρκέστατες δυναμικές η υψίφωνος, με εξαιρετικά ωραία, μεστή φωνή και φροντισμένο, περιπαθές τραγούδι η μεσόφωνος, (υπερβολικά) στεντόρειος ο τενόρος, αισθαντικά μεστός, με ευγενές τραγούδι ο βαθύφωνος.
Το τρίο El Greco
Στις 12/4/2019, στην κατάμεστη αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», ο σύλλογος «Οι φίλοι της μουσικής» διοργάνωσε μιαν ωραία βραδιά μουσικής δωματίου με το ελληνικό τρίο με πιάνο «El Greco». Στο νεοπαγές σύνολο, που ιδρύθηκε το 2016, συμπράττουν ο βιολιστής Φαίδων Μηλιάδης, ο τσελίστας Αλέξης Καραϊσκάκης-Νάστος και ο πιανίστας Θοδωρής Ιωσηφίδης. Η συναυλία υπό τον τίτλο «Οι δυο Σχολές της Βιέννης: έργα Χάιντν, Σούμπερτ, Σκαλκώτα» ενθουσίασε αλλ’ άφησε λίγο άνισες εντυπώσεις.
Εξ αρχής κατέστη πασιφανές ότι επρόκειτο για τρεις ταλαντούχους, ακμαίους μουσικούς δεινούς ερμηνευτές, ικανούς να αναμετρηθούν τεχνικά και εκφραστικά με τις πιο δύσκολες παρτιτούρες. Ωστόσο διέφεραν έντονα όσον αφορά την ιδιοσυγκρασία και την αντίληψη των μουσικών μεγεθών: πιανίστας και βιολιστής έπαιξαν ρωμαλέα, άγρια, με ανήμερο σφρίγος, δυνατά, ενώ -δίχως αυτό να συνεπάγεται ότι ήταν υποτονικός- ο τσελίστας συνεισέφερε ένα παίξιμο μαλακό, ευαίσθητο, με περισσότερες φωτοσκιάσεις, διαποτισμένο από πιο ευγενή μουσικότητα.
Οι υψηλές επιδόσεις και των τριών –ταχύτητα, αψεγάδιαστη ορθοτονία, ακρίβεια άρθρωσης, τεχνικός συντονισμός- προσέδωσαν στο ακρόαμα συνοχή, ένταση, περισσή ζωντάνια. Το κλασικό «τρίο, αρ.39, Τσιγγάνικο» του Χάιντν ξεκίνησε απαλά, με στιλιζαρισμένη κομψότητα, μελωδική γλυκύτητα και ελαφράδα για να προσλάβει στο καταληκτικό «Ουγγαρέζικο ροντό» ένταση και τραχύτητα αλά-«Θύελλα κι ορμή».
Αντίθετα στις «Οκτώ παραλλαγές πάνω σ’ ένα ελληνικό θέμα» (1938) του Σκαλκώτα, το υπερτονισμένα δυναμικό, αλα-Μπάρτοκ σφυροκοπηματικό παίξιμο του πιανίστα και το βίαιο, τραχύ, γωνιώδους φραστικής, επιτηδευμένα αγχωτικό παίξιμο του βιολιού υποστήριξαν ιδανικά την ασυμβίβαστα μοντερνιστική γραφή με τον χαρακτηριστικά αντιεθνικοσχολικό χειρισμό της παραδοσιακοφανούς μελωδίας.
Συναρπαστικά, με χαλιναγωγημένη υστερία ήχησαν οι καταληκτικές παραλλαγές. Οι ίδιες εκφραστικές ποιότητες υπηρέτησαν διαφορετικά το «Τρίο, έργο 100» του Σούμπερτ. Εδώ το ρωμαλέο, εξωστρεφές παίξιμο του βιολιού και του πιάνου, σε αντιπαράθεση προς το πιο λυρικό, εσωστρεφές παίξιμο του τσελίστα διεύρυναν εντυπωσιακά το εκφραστικό φάσμα της εκτέλεσης προσδίδοντας στη μουσική δραματουργία του Σούμπερτ μια απρόσμενα τεταμένη, -ας πούμε- πιο επική ρομαντική διάσταση.
