Δυναμική σαν το σίδερο και την πέτρα των γλυπτών της, πρωτοποριακή στο επαναστατικό πνεύμα της δεκαετίας του ’60, περήφανη για την καταγωγή της, ούσα εγγονή του Παύλου Μελά και της Ναταλίας Δραγούμη, σύζυγος του σπουδαίου αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη, χωρίς ποτέ να μείνει στη σκιά του, η Ναταλία Μελά, που άφησε το αποτύπωμά της στην σύγχρονη ελληνική τέχνη, έφυγε πλήρης ημερών σε ηλικία 96 ετών, το πρωί της Κυριακής. Η κηδεία της θα γίνει αύριο, στις 2 μ.μ., στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Οι προτομές του Στέφανου Δραγούμη και της Κυβέλης στην Αθήνα, του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη, της Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες, η «Οικογένεια» από σιδερένιες κατσίκες στον Κήπο του Προεδρικού Μεγάρου, οι πολεμιστές, οι μυθικοί ήρωες, αλλά και ένας κόσμος από παιχνιδιάρικα γυαλιστερά κοκόρια και περιστέρια, «οξυδωμένα» κριάρια και ταύρους, είναι ορισμένα μόνο από τα εμβληματικά έργα της σε δημόσιους χώρους και σε ιδιωτικές συλλογές.
Αντισυμβατική, με ανεξάντλητη ενέργεια και έμπνευση, η Ναταλία Μελά -Νάτα όπως την αποκαλούσαν οι δικοί της- γεννήθηκε το 1923 και μεγάλωσε σε μεγαλοαστικό περιβάλλον, σε μια οικογένεια με ιστορικές ρίζες. Από νεαρή ηλικία έδειξε τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της και, παρότι την προόριζαν για τη Νομική, το 1942 γράφεται στην Καλών Τεχνών, όπου σπούδασε με δασκάλους τον Δημητριάδη και τον Τόμπρο, ενώ έπαιρνε μαθήματα και από τον Απάρτη. «Διάλεξα τη γλυπτική, γιατί μου φάνηκε εύκολο! Οι γονείς μου με προόριζαν για οικοδέσποινα με μια σειρά μαργαριτάρια στον λαιμό. Απείχα από το μοντέλο. Αλλωστε, ζήλευα τα αγορίστικα προνόμια του αδελφού μου, ξέφευγα από τα γυναικεία μέτρα», έχει πει στο «Βήμα».
Στην Κατοχή εντάχθηκε στο ΚΚΕ -μάλιστα τότε την αποκαλούσαν… «βασιλοκομμουνίστρια»- και αποχώρησε μετά τον θάνατο του Κίτσου Μαλτέζου, που ήταν φίλος της. Μετά την αποφοίτησή της από τη σχολή, για ένα διάστημα συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Πικιώνη για τη στήλη στον τάφο του Μητροπολίτη Χρύσανθου και αργότερα για το Μνημείο Πεσόντων στο Λεόντιο της Νεμέας. Παράλληλα, τη δεκαετία του ’50, το εργαστήρι της στον τελευταίο όροφο ενός σπιτιού στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας και, αργότερα, σε έναν πρώην στάβλο στην οδό Μουρούζη, έγινε κέντρο καλλιτεχνικών ζυμώσεων, καθώς μαζεύονταν εκεί, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και ο Γιάννης Μόραλης.
Καθοριστική για τη Ναταλία Μελά ήταν η παραμονή της στο Παρίσι, όπου επηρεάστηκε από την αφηρημένη τέχνη και στράφηκε στη χρήση του μετάλλου και ready made υλικών. Εβλεπε την τέχνη σαν παιχνίδι, τη δυσκολία σαν πρόκληση και δεν άφηνε στους άλλους την «αντρική δουλειά», δηλαδή την οξυγονοκόλληση ή το σμίλευμα της πέτρας, αποφεύγοντας το πρόπλασμα και το καλούπι.
Το 1963, έκανε την πρώτη της ατομική έκθεση στον Ζυγό, συμμετείχε σε διεθνείς διοργανώσεις όπως η Μπιενάλε του Σάο Πάολο στη Βραζιλία το 1965, το 2008 το Μουσείο Μπενάκη τής οργάνωσε αναδρομική έκθεση, ενώ η Ακαδημία Αθηνών τη βράβευσε το 2011. «Η τέχνη είναι ανακούφιση. Μας εμπνέει και μας κάνει αισιόδοξους. Μας ελαφραίνει την καρδιά», είχε πει στην «Καθημερινή» με την ευκαιρία της έκθεσής της «Τα χάρτινα», το 2012, στην γκαλερί «Σκουφά».
Τα καλοκαίρια της τα περνούσε στις Σπέτσες, στο σπίτι που ασφαλώς είχε φτιάξει ο Αρης Κωνσταντινίδης, όπου κολυμπούσε με επιδόσεις πρωταθλητή, έκανε βόλτες με το αγαπημένο της τρίκυκλο και απολάμβανε τα τσιγάρα της, όταν δεν κρατούσε τα εργαλεία της γλυπτικής. Με τον Κωνσταντινίδη, τον αρχιτέκτονα των Ξενία, παντρεύτηκαν το 1951 και απέκτησαν δυο παιδιά. Οπως έλεγε στα «Νέα», η σχέση τους ήταν αλληλοϋποστήριξης και αλληλοκριτικής: «Μου έκανε σκληρή κριτική και μου άνοιξε πόρτες, επειδή εγώ μέχρι τότε δούλευα ακαδημαϊκά και βαρετά», έλεγε γι’ αυτόν στα «Νέα». «Με βοήθησε να ανοίξω τα μάτια μου και να κάνω κάτι καινούργιο».
