Πόσοι Μπίχνερ μπορούν να χωρέσουν στην ίδια περίοδο του θεάτρου μας; Δύο και περισσότεροι, απ’ ό,τι φαίνεται. Πόσο δε μάλλον στην περίπτωση του ακροτελεύτιου έργου του Γερμανού δραματουργού, όταν πολλές μαζί αναγνώσεις συμπληρώνουν αντί να σκιάζουν η μια την άλλη. Η θέση του «Βόιτσεκ» άλλωστε στην ιστορία του θεάτρου είναι -επαναλαμβάνω- τόσο επιβλητική και εκκωφαντικά σημαντική η προσφορά του στον σύγχρονο τρόπο αναπαράστασης της ανθρώπινης κατάστασης, ώστε εδώ ακόμα κι ο χαρακτηρισμός του «κλασικού» δεν είναι πια πλήρης: πρόκειται για έργο που λειτουργεί σαν οδοδείκτης πορείας του σύγχρονου θεάτρου στις νέες -κάποιες πιθανόν ακόμα και σήμερα ανεξερεύνητες- περιοχές διεύρυνσης του νοήματός του.
«Βόιτσεκ» – Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Ο «Βόιτσεκ» της Κατερίνας Ευαγγελάτου στο Δημοτικό του Πειραιά ξεκινά με φανερά διαφορετικές προδιαγραφές από εκείνον του Σημείου. Είναι κάτι που το αισθάνεσαι αμέσως με το που μπαίνεις στο επιβλητικό κτίριο και η αυλαία αποκαλύπτει το περιβάλλον της σκηνής της. Η Ευαγγελάτου υπογράφει την παράστασή της πέρα από σκηνοθέτις και σαν δραματουργός. Και πολύ ορθά, εφόσον μεγάλο μέρος της σκηνοθετικής πράξης στην περίπτωση αυτή ξεκινά από το τι τελικά είναι, πώς διαβάζεται και σε τι εξελίσσεται ο «Βόιτσεκ» ανάμεσα στα πολλαπλά χειρόγραφα, στις επιμέρους σκηνές, στις μεταθέσεις και τροποποιήσεις των επεισοδίων, στο ανοιχτό τέλος του.
Η Ευαγγελάτου έχει καταλήξει σε μια σειρά σκηνών (έχει βάλει μάλιστα σε καθεμιά από αυτές και από έναν τίτλο, που υποψιάζομαι πως θα εφαρμοστεί στο μέλλον σαν οδηγός για το έργο), μέσα από μια διαδικασία πρόβας και ανταλλαγής υλικού με τους ηθοποιούς της παράστασης. Πρόκειται από μόνη της για μια ερευνητική ανοιχτή διαδικασία που δείχνει, αν μη τι άλλο, πως κι ο αυτός ο «Βόιτσεκ», μετά το Σημείο, στηρίζεται στην ομαδική σύμπραξη των συντελεστών του.
Καλοδεχούμενη πάντα η ανοιχτή συνεργασία, όχι όμως πως δεν δημιουργεί κάποτε και προβλήματα. Συνήθως έχει μειονέκτημα το εξής: μετά την τόση συζήτηση και εμβάθυνση, η κουβέντα στον θίασο καταλήγει κάποτε σε μια ανταλλαγή απόψεων μεταξύ «ειδικών», που λησμονούν πως οι περισσότεροι θεατές οφείλουν να δουν τον «Βόιτσεκ» από την αρχή. Τέτοιες διαδικασίες υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουν σε επιστρωματώσεις απόψεων και υπερθεματικά σενάρια, ικανά να διακόψουν τη βασική επικοινωνία του κοινού με το έργο.
Το λέω αυτό γιατί από την αρχή κιόλας ένιωσα πως η δραματουργία της παράστασης απευθύνεται φανερά σε γνώστες του έργου, μην πω κιόλας σε όσους το έχουν πρόσφατο, σε όσους τέλος πάντων είναι σε θέση να δεχθούν και να κατανοήσουν την κάπως περίεργη, εκφραστική αλλά και εγκεφαλική αναδιοργάνωσή του από την Ευαγγελάτου.
Μεταφέρω λοιπόν πρώτα τι κατάλαβα εγώ από τη δραματουργία της. Η κεντρική ιδέα είναι πως ο κόσμος του Βόιτσεκ προηγείται του ίδιου του ήρωα – με απλά λόγια, δεν είναι η τεχνητή «παράνοιά» του που δημιουργεί το αλλόκοτο περιβάλλον στο οποίο κινείται, αλλά το κατά βάθος αλλόκοτο στοιχείο του κόσμου που αποκαλύπτεται στην περίπτωση αυτού του ταπεινού στρατιώτη. Γι’ αυτό η Ευαγγελάτου παρουσιάζει στη σκηνή τον κόσμο σαν ένα μεγάλο τσίρκο. Κι έπειτα, βάζει σε αυτό το «κοσμοτσίρκο» τον Βόιτσεκ σαν θεατή αλλά και σαν παλιάτσο.
Και ιδού το εξαιρετικό αποτέλεσμα στο οποίο θα συνέβαλλε ασφαλώς και η δραματολογική έρευνα της Ερις Κύργια: Καταλήγουμε με αυτά όλα σε έναν Βόιτσεκ πρωτότυπο, που όχι μόνο δεν μοιάζει «παρανοϊκός», ως συνήθως, αλλά, αντίθετα, φαντάζει σαν ο τελευταίος κοινός νους ανάμεσα στους πολλούς άλλους. Αυτός ο έσχατος στην κάθετη και τελευταίος στην οριζόντια σειρά των διεστραμμένων από τον φόβο και την ηθική, γίνεται ένας αποσυνάγωγος τραγικός κλόουν μέσα στη συλλογική φάρσα, ο μόνος «καλός» ανάμεσα στους πολλούς «ηθικούς». Ο Βόιτσεκ μοιάζει πάνω από όλα ένα «μόνο και έρημο» παιδί -το τελευταίο παιδί-, σε έναν κόσμο που περνά την αθωότητα για ηλιθιότητα.
Προσπάθησα να δώσω νόημα στη σειρά των επεισοδίων στη σκηνή του Δημοτικού. Μου είναι ωστόσο δυσκολότερο να αποδώσω τη σκηνική πληρότητα της πρότασης… Το ύφος της ανήκει και πάλι βέβαια στον εξπρεσιονισμό (και πώς αλλιώς;…), με την τυπική εκ μέρους του παραμόρφωση της πραγματικότητας, με το γκροτέσκ και την κλουνερί, με στοιχεία που δεν αποτελούν απλά «όψεις» αλλά εκφράσεις μιας γενικής, κοινωνικής και πολιτικής, υπαρξιακής και ψυχικής, νόσου…
Μα εδώ έχουμε και κάτι άλλο: την απόλυτη συνεργασία όλων των επιμέρους σε έναν κοινό στόχο, την εμπνευσμένη συμμετοχή καθενός στην κοινή αισθητική γραμμή. Ολα δημιουργούν ένα σύμπαν που κινείται σε ρυθμό ονειρικό και άγριο και που θυμίζει όψιμο Στρίντμπεργκ. Συνθέτουν μια αλλόκοτη φαντασία που φέρνει στον νου τον Ιονέσκο. Και στηρίζονται σε έναν απειλητικό διάλογο, που κλείνει μέσα του τον Μπέκετ και τη Σάρα Κέιν…
Και γι’ αυτό, πράγματι, οφείλουμε εδώ να μην παραλείψουμε κανέναν από τους συντελεστές της παράστασης. Την κίνηση της Πατρίσιας Απέργη, το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, το κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα, τη μουσική του Γιώργου Πούλιου και τους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί γίνονται από κοινού δραματουργοί του «Βόιτσεκ» στο Δημοτικό.
Ο Γιώργος Γάλλος συγκαταλέγεται πλέον ανάμεσα στους σημαντικότερους ηθοποιούς του θεάτρου μας. Το εντυπωσιακό με αυτόν είναι πως τον βλέπεις να προχωρά από παράσταση σε παράσταση σαν συλλέκτης βιωμάτων. Ο δικός του Βόιτσεκ είναι ένα παλίμψηστο ρόλων – κι από πάνω έρχεται σαν εναπόθεση η προσωπική κατάθεση του ηθοποιού, που κάνει τον Βόιτσεκ να ξυπνά στο τέλος, πριν από τον φόνο, σαν ο αιώνια διαψευσμένος -κι εκδικητικός- Ελπήνορας. Στη Μαρία της Ελενας Μαυρίδου δεν διέκρινα ιδιαίτερη ένταση – ίσως η συγκεκριμένη παράσταση που είδα να μην την πέτυχε σε καλή μέρα. Στον γιατρό του Σωτήρη Τσακομίδη και στον Λοχαγό του Χάρη Χαραλάμπους λάμπει η κεντρική ιδέα της απόδοσης ενός κόσμου από ανδρείκελα του τσίρκου. Ο αρχιτυμπανιστής του Λευτέρη Πολυχρόνη είναι από μόνος του πειστικός σαν επιβήτορας. Και ο Γιώργος Ζυγούρης αποδεικνύεται απόλυτα επαρκής σαν Αντρές.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί, σε μικρότερους και πολλαπλούς ρόλους (Μιχάλης Μιχαλακίδης, Μάνος Πετράκης, Στέλιος Θεοδώρου-Γκλίναβος, Αγγελική Αναργύρου), μαζί με τα παιδιά της παράστασης, δημιουργούν τον Χορό των Τρελών, τη νοσηρή και απειλητική κοινότητα που περιτριγυρίζει τον Βόιτσεκ και τον βυθίζει ολοένα στο σκοτάδι.
Πώς τελειώνει όμως αυτός ο «Βόιτσεκ»; Τελειώνει κυκλικά, όπως άρχισε. Με ένα ακόμη διαψευσμένο παραμύθι. Με έναν ακόμη νεκρό που περπατά στη σκηνή. Κι ένα ακόμη παιδί, που χάθηκε πριν μεγαλώσει.
