Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ραψάνη, λίγο μετά τη Λάρισα και αριστερά, στα βουνά. Σε σπίτι «πανεπιστημιακό» και θέα, α! Δεξιά ο [χιονισμένος] Κίσαβος και αριστερά το Αιγαίο, στη μεγαλοπρέπειά του. Ανταρτοχώρι κάποτε, αλλά και, πιο πριν, εφάμιλλο με τα Αμπελάκια [κόκκινα νήματα, πρώτος συνεταιρισμός, Ευρώπες και λοιπά].

Τον χειμώνα, σήμερα, κατοικούν-δεν κατοικούν τριακόσιοι άνθρωποι. Νερά παντού, παρότι τα καλντερίμια έχουν επιστρωθεί με άσφαλτους δρόμους. Η πανέμορφη πλατεία με τα πλατάνια της εξακολουθεί να μαγεύει, παρά το γεγονός ότι οι παλαιές, τετράγωνες πλάκες της αντικαταστάθηκαν από κάτι άμορφες πηλιορείτικες πλάκες. Ξενυχτάνε δυο τρία μαγαζιά.

Στο ένα απ’ αυτά, μαζεμένοι νεαροί που αγωνιούν για το μέλλον άλλων νεαρών, χαμένων και υποταγμένων στη δίνη των ναρκωτικών ουσιών. Και, τι χαρά από τους περιστασιακούς συμπότες. Γεμάτοι [και γεμάτες] από ανιδιοτέλεια και σχεδόν μανία να προσφέρουν υπηρεσίες σε πάσχοντες [εννοείται σε εθισμένους].

Πρόσωπα νεαρά, καθαρά, χαρούμενα, γελαστά· όλα με την ελπίδα ζωγραφισμένη -λες- πάνω τους. Αρχίζεις και λες μέσα σου: Αξίζει να ζει κανείς για να δει [να ευτυχήσει να δει] την αγάπη και τη δοτικότητα, την προσφορά και τη συμπαράσταση σε ανθρώπους, που για χίλιους δυο λόγους έχασαν τον προσανατολισμό τους και οδηγήθηκαν σε χρήση ουσιών, που τους αποκλείουν από την κοινωνική συνεύρεση. Κι όμως, όλα είναι δυνατά, εάν κάποιος εθισμένος αποφασίσει ότι θέλει να επανακάμψει στην κανονικότητα [λέμε, τώρα] του βίου [του].

Ο καθηγητής με πάει από τη Ραψάνη στα Τρίκαλα· εννοώ, προσπαθεί να με πάει. Είναι εντελώς απροσανατόλιστος. Ξεκινάμε από τη Ραψάνη, μπαίνουμε στην Εθνική και συζητάμε για τον Μίλτο Κουντουρά, ισάξιο, ίσως και αξιότερο των Γληνού και Δελμούζου. Ούτε σημάνσεις βλέπουμε ούτε τίποτα. Κάποια στιγμή, ο οδηγός [οδηγός!] μού λέει ότι είμαστε στον Βόλο. – Στον Βόλο, βρε αθεόφοβε; – Και τι θες να κάνω, να γυρίσω τον χρόνο πίσω; – Οχι βέβαια, αυτό δεν το μπορείς, μπορείς, όμως, να γυρίσεις το αυτοκίνητό σου πίσω και να πάμε, διάολε, στα Τρίκαλα, στον προορισμό μας. [Εχω υπόψη μου τη νευρικότητα του φίλου που μας περιμένει· το ξέρει αυτό και ο οδηγός και μας καταλαμβάνει ένα άγχος… μα τι άγχος].

Τέλος πάντων, κάνουμε αναστροφή· πάλι κάτι λέγαμε για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Ούτε που καταλάβαμε ότι αντί για Τρίκαλα, βρεθήκαμε στα Μετέωρα! «Ρε Φοίβε -λέω- κάτι δεν πάει καλά. Πού διάολο είναι τα Τρίκαλα; Ολο ανάποδα πάμε». Αγέρωχος ο οδηγός: «Μην ανησυχείς· όπου να ‘ναι φτάνουμε. Με καθυστέρηση μιας ώρας φτάσαμε -σπαρταριστά- στους φίλους. Είχε έναν ήλιο -κι ένα γεμάτο [σχεδόν] φεγγάρι. Και όμορφα [καθαρά] πρόσωπα. Να ‘ναι καλά ετούτη η χώρα [του ολίγου, που είναι το παν].