Aτόφιος κυνισμός. Με αυτή την πρώτη ύλη ήταν γραμμένο το άρθρο του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών, Τζέρεμι Χαντ, στα τέλη του προηγουμένου μήνα στο Politico. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Χαντ, η Βρετανία οφείλει να συνεχίσει τις εξαγωγές όπλων προς τη Σαουδική Αραβία, γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει να διατηρήσει την παραδοσιακά μεγάλη επιρροή της προς αυτήν και να συνεισφέρει στην ειρηνευτική διαδικασία στην Υεμένη.
Από το ξεκίνημα του πολέμου, πριν από τέσσερα χρόνια, η Βρετανία έχει δώσει την άδεια για εξαγωγές όπλων αξίας πέντε δισεκατομμυρίων λιρών.
Ο αυξανόμενος όγκος αποδείξεων για τον οπλισμό που παρέχει η Βρετανία, όσο και η παρουσία στη Σαουδική Αραβία των στρατιωτικών της συμβούλων (όπως και Αμερικανών, την απόσυρση των οποίων ζήτησε το Κογκρέσο με ψήφισμα, την περασμένη εβδομάδα), την καθιστούν συμμέτοχη στις επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και του δικαίου του πολέμου λόγω των αδιάκοπων βομβαρδισμών στην Υεμένη.
Συμμέτοχοι στην ευθύνη
Δεν πρόκειται για δευτερεύοντα ρόλο, όπως συνήθως λένε Βρετανοί αξιωματούχοι. Ο Μπρους Ριντλ, ερευνητής του ινστιτούτου Brookings, πρώην αναλυτής της CIA και σύμβουλος τεσσάρων Αμερικανών πρώην προέδρων, είχε ήδη δηλώσει από το 2016 ότι η σαουδαραβική αεροπορία «δεν θα μπορούσε να επιχειρεί χωρίς τη βρετανική και αμερικανική υποστήριξη».
Ο Λίον Πανέτα, πρώην υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ και διευθυντής της CIA, μιλώντας πρόσφατα στο Channel 4 ανέφερε πως «δεν μπορούν να λένε ότι έχουν καθαρά τα χέρια τους [οι Βρετανοί]. Οταν όχι μόνο προμηθεύουν τον οπλισμό, αλλά στέλνουν και ανθρώπους για να τους βοηθήσουν στην επιλογή των στόχων… Αυτό σημαίνει ότι είσαι συμμέτοχος και φέρεις μέρος της ευθύνης για τις συνέπειες».
Το άρθρο του Χαντ υποκρίνεται μια ρεαλιστική προσέγγιση προς το πρόβλημα. Ο ίδιος όμως γνωρίζει ότι υπηρετεί στυγνά τα συμφέροντα της Βρετανίας και τα αδιέξοδα του βρετανικού νεοφιλελευθερισμού και του εμπορικού ελλείμματος που δημιούργησε. Αδιέξοδα που επανέρχονται πιο απειλητικά μέσα στο χαοτικό σκηνικό του Brexit.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, πριν από έναν μήνα έστειλε επιστολή προς τον Γερμανό ομόλογό του, Χάικο Μάας, ζητώντας του να μην μπλοκάρει η Γερμανία άλλες ευρωπαϊκές εξαγωγές μέσω του εμπάργκο που εφαρμόζει από τον προηγούμενο Νοέμβριο, μετά τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι.
Πίεση ασκούσαν και οι Γάλλοι, με πρέσβη τους να δημοσιεύει κείμενο που προειδοποιούσε για μια «German-free» ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, αν οι Γερμανοί επέμεναν στην απαγόρευση των εξαγωγών.
Οι εξαγωγές όπλων της Γερμανίας προς τη Σαουδική Αραβία είναι ελάχιστες, ωστόσο το πάγωμα αδειοδοτήσεων επηρεάζει και οπλικά συστήματα τα οποία χρησιμοποιούν εταιρείες άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση συμβολαίων ήταν σημαντικές, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης παραγγελιών πολλών δισ. λιρών για την αγορά μαχητικών Eurofighter Typhoon από τη βρετανική πολυεθνική BAE Systems.
Οι Γερμανοί επέδειξαν ευρωπαϊκό πνεύμα και μερκελική πονηρία, αφού αποφάσισαν να επεκτείνουν το εμπάργκο εξαιρώντας όσα συμβόλαια επηρέαζαν τα συλλογικά ευρωπαϊκά προγράμματα που θα αδειοδοτηθούν.
Στοιχεία διαφθοράς
Αύριο θα συζητηθεί στα βρετανικά δικαστήρια η έφεση της «Καμπάνιας Ενάντια στο Εμπόριο Οπλων» (CAAT), που υποστηρίζει ότι οι πωλήσεις όπλων στη Σαουδική Αραβία παραβιάζουν τη βρετανική νομοθεσία. Οι αποδείξεις που έχουν μαζευτεί είναι πολλές. Ενόσω η πίεση προς τις βρετανικές αρχές αυξάνει, ο Χαντ παραθέτει παλιά και κουρασμένα επιχειρήματα.
Ολες οι συναλλαγές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν στοιχεία διαφθοράς
Σχολιάζοντάς τα στην «Εφ.Συν.» ο Αντριου Φάινσταϊν, ένας από τους ανθρώπους που γνωρίζουν όσο λίγοι την ιστορία διαπλοκής μεταξύ της βρετανικής πολιτικής ελίτ, της βρετανικής πολυεθνικής BAE Systems και των αξιωματούχων της Σαουδικής Αραβίας, λέει ότι «είναι πολύ ανησυχητικό αν η Βρετανία υποστηρίζει ότι ο λόγος για τις εξαγωγές είναι η συντήρηση της επιρροής της στη Σαουδική Αραβία. Για δύο λόγους. Πρώτον, η βρετανική κυβέρνηση επιδοκιμάζει δεκαετίες παράνομων συναλλαγών. Ολες οι συναλλαγές μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχαν στοιχεία διαφθοράς και είναι ανησυχητικό αν ο Χαντ νομίζει ότι μπορεί να κανονικοποιεί έτσι απλά τις παρανομίες της βρετανικής διπλωματίας. Δεύτερον, η επίκληση αυτής της επιρροής καθιστά τη Βρετανία συνυπεύθυνη για τις παραβιάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαίου του πολέμου που διαπράττονται στην Υεμένη. Τέλος, μπορεί να είναι η Σαουδική Αραβία αυτή που έχει μεγαλύτερη επιρροή πάνω στη Βρετανία. Οπως αποδείξαμε και στο βιβλίο Shadow World [ίσως η εμβληματικότερη έρευνα για το εμπόριο όπλων παγκοσμίως την τελευταία δεκαετία], ήταν οι Σαουδάραβες αυτοί που ζήτησαν από τον Τόνι Μπλερ να κλείσει την έρευνα για διαφθορά στη μεγαλύτερη συμφωνία αγοράς οπλικών συστημάτων μεταξύ των δύο, πράγμα που έκανε».
Για την Ιστορία, η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να παρέμβει στους αργούς ρυθμούς της Δικαιοσύνης για να κλείσει την έρευνα γύρω από τη συμφωνία Al-Yamamah 1 αμφισβητήθηκε στα δικαστήρια έπειτα από προσφυγή της CAAT. Μένει να φανεί μέχρι την Τρίτη αν η Ιστορία επαναλαμβάνεται.
(1) Οι πρώτες πωλήσεις έγιναν το 1985 και συνεχίστηκαν για πάνω από δύο δεκαετίες ανεβάζοντας τα κέρδη για τη βρετανική στρατιωτική βιομηχανία στα 43 δισ. λίρες. Η συμφωνία επεκτάθηκε και στην ουσία έτρεχε μέχρι και το 2019.
*Ερευνητής ευρωπαϊκών θεμάτων
