ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσης Παπαϊωάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ζούμε σε μια μεριά της Γης όπου μας συντροφεύει διαρκώς ένα εκτυφλωτικό φως. Τον χειμώνα δεχόμαστε με ευχαρίστηση τις ευεργετικές ακτίνες του ήλιου που ζεσταίνουν τον χώρο, ενώ αντίθετα το καλοκαίρι ψάχνουμε κάποια δροσερή σκιά για να προφυλαχτούμε από την ανυπόφορη ζέστη. Παράλληλα, η διαύγεια της ατμόσφαιρας επιτρέπει στο βλέμμα να ξεχύνεται μέχρι τις ακρότατες κορυφογραμμές των βουνών που μας περιβάλλουν, κάνοντας τα πάντα γύρω μας να ξεχωρίζουν με μοναδική ευκρίνεια. Από τη μια μεριά της Μεσογείου μέχρι την άλλη, ίδιο το κλίμα, παρόμοια τα τοπία, με τον ίδιο τρόπο λούζει το φως κάθε κτίσμα που βρίσκεται κατά μήκος των ακτών της.

Πρωί, απομεσήμερο, δειλινό, τα χρώματα και οι τόνοι αλλάζουν γρήγορα μέσα στη μέρα. Η αρχιτεκτονική σε τούτο τον τόπο είναι άρρηκτα δεμένη με το φως, έτσι που δεν μπορείς να κρύψεις τίποτε. Φανερώνει κάθε κακοτεχνία, υπερτονίζει κάθε άστοχη επιλογή, αποκαλύπτει κάθε χρωματική ασυμφωνία. Οι εσοχές βαθαίνουν και σκοτεινιάζουν υπέρμετρα, οι προεξοχές προβάλλουν έντονα ρίχνοντας μεγάλες σκιές. Τις σκιερές πλευρές τόσο της συνολικής κτιριακής μάζας όσο και της παραμικρής λεπτομέρειας πρέπει να προσπαθήσουμε να ισορροπήσουμε, γιατί είναι το φως που καθορίζει το μέτρο, την καταλυτική σημασία της κλίμακας, την αρμονία των μεγεθών που ξεχωρίζουν μέσα από τις σκιές.

Το φως απλώνεται πάνω σε κάθε επιφάνεια αναδεικνύοντας σαν προβολέας κάθε απόμερο σημείο. Κι έτσι όπως πέφτει καταπάνω στο κάθε κτίσμα, μικρό ή μεγάλο, φανερώνει εκείνη την αρχέγονη σχέση της αρχιτεκτονικής με το έδαφος και τα χρώματα του τοπίου που την περιτριγυρίζουν. Σε κάνει να αναρωτιέσαι: Συνταιριάζεται το κτίσμα με το περιβάλλον του ή μοιάζει να το έχουν ακουμπήσει εκεί σαν ξένο σώμα που τραυματίζει με την παρουσία του;

Πώς περνάς, λοιπόν, από το φως στη σκιά μέσα από το μισόφωτο; Αυτό που τόσο εύστοχα έλυσαν οι αρχαίοι αρχιτέκτονες του μακρινού παρελθόντος, αλλά και οι ανώνυμοι παραδοσιακοί τεχνίτες σε τούτο τον τόπο; Αραγε μας απασχολεί καθόλου σήμερα τούτο το πρόβλημα που απασχόλησε τόσες και τόσες γενιές πριν από εμάς; Ή μας αφήνει παντελώς αδιάφορους μέσα στη γενικότερη αφασία των ημερών μας, τις προκατασκευασμένες και ετοιματζίδικες επιλογές μας; Πώς θα μπορέσουμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε τόσο απαστράπτοντα και γυαλιστερά βιομηχανικά υλικά εκείνα που θα σταθούν όμορφα σε τούτο τον φωτεινό τόπο, δίχως να ενοχλεί το βλέμμα μας η στιλπνή τους επιφάνεια;

Παρατηρήστε ένα απλό παραδοσιακό σπίτι, σαν αυτά που βρίσκονται σπαρμένα σε κάθε απόμερη γωνιά της υπαίθρου. Δείτε τα ανοίγματα πάνω στους πέτρινους τοίχους – μικρές κουκκίδες, μαύρες τρυπούλες, η μια εδώ, η άλλη εκεί. Ισα ίσα να περνάς οι πόρτες, ίσα ίσα να ρίξεις μια ματιά έξω τα παράθυρα. Κι όλα είναι αρκετά για να πλημμυρίσει με φως ο εσωτερικός χώρος, αλλά και με γνώση διατεταγμένα, ώστε να τον θερμάνουν τον χειμώνα και να τον δροσίσουν το καλοκαίρι.

Σήμερα, αντίθετα, μοιάζει να μη μας απασχολούν καθόλου αυτές οι πανάρχαιες αρχές στον σχεδιασμό. Μεγάλες τζαμαρίες διατρέχουν απ’ άκρο σ’ άκρο τους χώρους. Ανοίγματα χάσκουν σαν τεράστια απειλητικά σκοτεινά στόματα πάνω στις επιφάνειες των κτιρίων και άλλοτε, όταν γυρίζει ο ήλιος, αστραποβολούν αντανακλώντας τις ακτίνες του και σε τυφλώνουν. Και είναι όλα αυτά τα πλουμιστά στολίδια, τα μπιχλιμπίδια, οι φιοριτούρες, αυτά τα αρχιτεκτονικά εγωιστικά καμώματα που γυαλίζουν επιδεικτικά κάτω από το αυστηρό φως τόσο αστεία και ανούσια. Φαντάζουν σαν τιποτένια τενεκεδάκια κι ας θέλουν διακαώς να μοιάσουν με πολύτιμα πετράδια. Ασχημες φούσκες που μέσα τους είναι αδύνατο να φωλιάσει μια φυσιολογική ζωή.

Πόσο δύσκολο είναι να βρεις τη χρυσή τομή – την ισορροπία ανάμεσα στο πλήρες και το κενό, εξυπηρετώντας τις σύγχρονες ανάγκες! Εκεί ακριβώς βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή που διαφοροποιεί την αρχιτεκτονική της Μεσογείου από τις ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά. Δεν πρόκειται για ζήτημα μορφής, αισθητικής έκφρασης, αλλά γι’ αυτό που διαμορφώνει τη συνθετική ραχοκοκαλιά του κτιρίου, το σώμα του, έτσι όπως στέκει μέσα σ’ αυτούς τους ηλιόλουστους τόπους. Η αρχιτεκτονική -δεν πρέπει να το λησμονούμε- έρχεται κάθε φορά να οικοδομήσει σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: κλιματικά, γεωφυσικά, αλλά και κοινωνικά-οικονομικά. Σ’ αυτές τις ιδιαίτερες απαιτήσεις οφείλει πρώτα απ’ όλα να δίνει απαντήσεις κι αν το καταφέρνει αυτό, τότε μπορούμε να κουβεντιάσουμε και για τα υπόλοιπα – αν υπάρχουν τέτοια.

Το δύσκολο στην αρχιτεκτονική (και γενικότερα στην τέχνη) δεν είναι το άσκοπο κυνήγι μιας πρωτοφανέρωτης μορφής, αλλά εκείνης που έρχεται από πολύ μακριά πίσω στο παρελθόν και εξακοντίζεται στο μέλλον. Αυτή την αρχιτεκτονική πρέπει να αναζητήσουμε, που θα φυτρώνει δίπλα στα βράχια ή μέσα στην πυκνοδομημένη πόλη και θα ορθώνεται με μέτρο προς το αύριο. Ή μήπως ψάχνουμε να βρούμε κάτι ανύπαρκτο, μια χίμαιρα; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρχιτεκτονικός χώρος είναι ο βιωμένος χώρος! Ο χώρος που αντέχει μέσα στις καταιγίδες των καιρών, παραμένοντας πάντα ένα ασφαλές και οικείο καταφύγιο. Μια προφυλαγμένη «φωλιά» πασχίζουμε πάντα να στήσουμε, που θα μπορέσει να «αντισταθεί σ’ αυτό το φως», όπως σημειώνει εύστοχα ο Οδυσσέας Ελύτης.

*αρχιτέκτων-καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ