Απολαμβάνω άναυδος την αρτιπροσήλυτη κομμουνίστρια Θεοδώρα Μεγαλοοικονόμου να αγορεύει στα «βοθροκάναλα» και δεν μπορώ να κρύψω τη ζήλια μου. «Ονειρα γλυκά» με καλημερίζουν οινοβαρείς φίλοι τις μικρές ώρες, οπότε αποχωρούμε απ’ τα μπαρ με προορισμό τα κρεβάτια μας και κατά τα φαινόμενα η ευχή πιάνει τόπο. Σίριαλ ολόκληρα βλέπω στον ύπνο μου κάθε ξημέρωμα, το ένα επεισόδιο πίσω απ’ τ’ άλλο, εύθυμα συνήθως καθότι εύηθες χαμόγελο μετατρέπει τη φάτσα μου σε χαζοχαρούμενο καρτούν, απ’ ό,τι μου λένε. Κι όμως! Περασμένες δώδεκα που ξυπνώ δεν θυμάμαι το παραμικρό. Σπάω την γκλάβα μου, τίποτα.
Χτυπώ με τις παλάμες τους κροτάφους, μηδέν εις το πηλίκον. Οι οπτασίες μου μένουν βυθισμένες διά παντός στα κατασκότεινα ερμάρια της λήθης. Φιάσκο. Ενώ η παμμέγιστη Μεγαλοοικονόμου δεν ξεχνά ούτε τους εφιάλτες της. Και τι εφιάλτες! Ντυμένοι στα λευκά, ίδιοι με νιφάδες χιονιού, σαν εκατοντάδες Κινέζες νυφούλες που φωτογραφίζονται ομαδόν στην Οία της Σαντορίνης. Επισήμανε τις προάλλες το αυτονόητο: ότι ο ΘΑλέξης είναι ο μόνος γνήσιος ηγέτης και απαξάπαντες οι ανταγωνιστές του φαντάζουν μπροστά του κουραμπιέδες. Κι έπεσαν πάνω της να την κάνουν μια χαψιά οι μεμψίμοιροι. Εκείνη ουδόλως πτοήθηκε. Το ξανασκέφτηκε, εν τούτοις, κι ένιωσε φρικτές ενοχές. Οχι ασφαλώς για τους προέδρους των κομμάτων της αντιπολίτευσης –και λίγα τους έσουρε–, αλλά για τις πατροπαράδοτες χριστουγεννιάτικες λιχουδιές, τις οποίες εμφανώς υποτίμησε.
Νηοπομπές τύψεων την επισκέφθηκαν το βράδυ, καθώς ταξίδευε στην αγκαλιά του Μορφέα. Τσούρμα κάτασπροι κουραμπιέδες με ζαχαρωτά ποδαράκια βάλθηκαν να την κυνηγούν ανηλεώς. Ετρεχε η έρμη μπας και γλιτώσει, ωστόσο οι αναρίθμητοι διώκτες της αποδεικνύονταν ταχύτατοι. Ποταμοί ιδρώτα μπουγέλωναν το μαξιλάρι. Ανοιγε έντρομη τα μάτια και διαπίστωνε ότι τα εμπριμέ καπιτονέ σεντόνια είχαν γίνει κατάλευκα, πασπαλισμένα παντού με λουκουμόσκονη. Εχει ήσυχη τη συνείδησή της η βο(υ)λεύτρια της Αριστεράς. Σαν βαλτώδη ύδατα. Δεν εξηγείται αλλιώς πως ακόμα κι οι εφιάλτες της αποπνέουν τόση γλύκα. Τρόμαξε την επαύριο να βρει τα επίμαχα γλυκίσματα στα πέριξ του Συντάγματος ζαχαροπλαστεία για να τα προσφέρει πεσκέσι σε ατυχήσαντες συναδέλφους της.
Η οικονόμα Μεγαλοοικονόμου δεν κατάγεται από πολιτικό τζάκι. Καίτοι το σπίτι της διέθετε απλή φουφού, της έμαθε να μην πηγαίνει πουθενά μ’ άδεια χέρια. Οι καλεσμένοι στα πρωινάδικα αξιώνουν να τους προσφέρουν ώς και καφέ. Αντιθέτως η Δώρα κουβαλάει δώρα. Καλάθι με ζαρζαβάτι κρατούσε προχθές στον Γιακουμάτο για να δείξει πως είναι το ένα της με τη Λαχαναγορά. «Από κάποιον που δεν παραδέχομαι δεν δέχομαι μπρόκολα και αγγούρια» αρνήθηκε εκείνος αγενώς. «Σε συνέντευξη που σας είπαν ότι είστε γοητευτικός και φλερτάρετε γυναίκες, είπατε ότι δεν είστε ομοφυλόφιλος. Οπότε δεν μπορούσα να σας βάλω αγγούρια» τον αποστόμωσε. Τα παίρνει αμέσως τα γράμματα η μεγάλη. Μολονότι τυγχάνει νεόκοπη συριζαία, έχει εντρυφήσει εις βάθος στην αριστερή περί τα ανθρώπινα δικαιώματα κουλτούρα, ιδίως στα εδάφια για τον σεξισμό και την ομοφοβία.
