Το έτος 2019, σύμφωνα με το Σύνταγμα, είναι έτος κοινοβουλευτικών εκλογών για την Ελλάδα. Στη δημόσια σφαίρα, το προεκλογικό παιχνίδι παίζεται εδώ και μήνες (προτού αρχίσει η προεκλογική περίοδος), με συνέπεια και η πολιτική λογική αλλά και η κοινοβουλευτική πρακτική να εντάσσονται στο πλαίσιο του «Εργαλειακού Λόγου» (Max Horkheimer).
Αυτό σημαίνει σε απλά ελληνικά ότι οι πολιτικές αποφάσεις δεν λαμβάνονται και κατά συνέπεια οι πολιτικές πράξεις δεν εκτελούνται με κριτήριο την ορθολογική δόμηση της πολιτικής μορφής ζωής, αλλά την ευκαιριακή συσχέτιση των επιμέρους και ειδικών κοινωνικών συμφερόντων στην αναφορά τους με τις καθολικές ιδέες.
Το εργαλειακό στοιχείο ήταν ενταγμένο στη νεωτερική και τη σύγχρονη πολιτική μορφή ζωής, αλλά δεν κατείχε την πρωτεύουσα θέση στις διαδικασίες λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Εάν εξετάσει κανείς την ιστορική φάση της πολιτικής νεωτερικότητας (από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τις μέρες μας) διαπιστώνει ότι ισχύουν τα εξής δύο συγκροτησιακά δεδομένα κατά την άσκηση της πολιτικής: πρώτον, για να επιτευχθεί η «κατασκευή» της καθολικής κοινωνικής συνείδησης επιβλήθηκε η αυτονομία της πολιτικής έναντι των άλλων κοινωνικών συστημάτων (π.χ. της οικονομίας κ.ά.) και δεύτερον, η αυτονομία και η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, ιδιαίτερα κατά τον εικοστό αιώνα, διαμόρφωσαν το πραγματολογικό πλαίσιο για τον δημόσιο διάλογο (Diskurs) με θέμα τη σχέση του καπιταλισμού με τη δημοκρατία.
Ως καπιταλισμός ορίζεται η ιστορικο-κοινωνική δομή οργάνωσης της οικονομίας, στην οποία επικρατεί η διαίρεση του πληθυσμού σε δύο κοινωνικές ομάδες: στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και στους εργαζομένους με κριτήριο το κέρδος και την αγοραπωλησία της εργατικής δύναμης. Ως δημοκρατία ορίζεται η ιστορικο-κοινωνική δομή της πολιτικής, σύμφωνα με την οποία η διαίρεση του πληθυσμού σε εκλέκτορες και αντιπροσώπους θεμελιώνεται στο «κοινωνικό συμβόλαιο». Και πράγματι, ο εικοστός αιώνας καθ’ όλη την ιστορική εξέλιξή του ανέπτυξε ιστορικο-κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες εξέφρασαν τον διαλεκτικό ανταγωνισμό ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να εξιστορήσει και την πολιτική ιστορία αλλά και την οικονομική ιστορία του εικοστού αιώνα, με άξονα τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα και το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα.
Για το ζήτημα αυτό μπορώ να αναπτύξω σχετικά ερμηνευτικά σχήματα, αλλά στο κείμενό μου αυτό προσπαθώ να κατανοήσουμε όλοι μας (συγγραφέας και αναγνώστες) τον ριζικό και δομικό μετασχηματισμό τον οποίο έχει υποστεί η ίδια η πολιτική κατά τα τελευταία χρόνια.
Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με την υπερτροφική και ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αλλά και με ενδογενείς αντιφάσεις της ίδιας της πολιτικής δομής, οι οποίες απειλούν τη δημοκρατία. Με απλά λόγια: εάν οι πηγές χρηματοδότησης ενός δημοκρατικού εθνικού κράτους στην Ευρώπη είναι τα χρηματοπιστωτικά κέντρα, τα οποία δεν υπάγονται σε κανέναν τύπο ελέγχου ούτε και εντάσσονται στη στοιχειώδη δημοκρατική πολιτική λογική, τότε είναι αναπόφευκτο να ενισχύονται κοινωνικές δυνάμεις ολοκληρωτικού και φασιστικού τύπου.
Με άλλα λόγια στις σύγχρονες ευρωπαϊκές δημοκρατικές κοινωνίες, ο διαλεκτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία αποκτά τέτοιες διαστάσεις, τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει ο πολίτης του «κοινωνικού συμβολαίου». Και το ερώτημα το οποίο ανακύπτει έχει να κάνει με τη δυναμική των επικείμενων εθνικών κοινοβουλευτικών εκλογών (βλ. Ελλάδα, Ισπανία κ.α.) και των προγραμματισμένων εκλογών για το Ευρωκοινοβούλιο να επεξεργαστούν μία άλλη σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία και διατυπώνεται ως εξής: Οι πολίτες εν όψει των επικείμενων αντιπροσωπευτικών διαδικασιών επιτελούν το ίδιο έργο το οποίο επιτελούσαν οι πολίτες κατά τη μεταπολεμική περίοδο (δηλαδή μετά το έτος 1949) ή οι πολίτες μετά την Πτώση του Τείχους (δηλαδή μετά το έτος 1989);
Η ρητή και αποφαντική απάντησή μου είναι: Οχι, επειδή οι πολίτες του «κοινωνικού συμβολαίου» δεν έχουν μια υπεριστορική πολιτική ταυτότητα, αλλά προσδιορίζονται και εξαρτώνται από συγκεκριμένους ιστορικο-κοινωνικούς παράγοντες, οι οποίοι διαμορφώνουν την αυτοαντίληψή τους.
Στις σημερινές συνθήκες, στη σημερινή πολιτική συγκυρία, όλοι μας (πολίτες-εκλέκτορες και πολιτικοί-αντιπρόσωποι) καλούμαστε να επαναπροσδιορίσουμε το κατ’ εξοχήν πολιτικό πρόβλημα των σχέσεων καπιταλισμού και δημοκρατίας και να δώσουμε σ’ αυτό το ερώτημα την ορθολογική απάντηση της εποχής μας. Αυτή η απάντηση αρθρώνεται ως «ενίσχυση της πολιτικής» και στα εθνικά Κοινοβούλια και στο Ευρωκοινοβούλιο. Τέλος, θέτω προς διαβούλευση, σε πανευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο, την πρότασή μου: Να αποκτήσει επιτέλους το Ευρωκοινοβούλιο ως ευρωπαϊκή αρχή αρμοδιότητες αντίστοιχες μ’ αυτές που έχουν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
