Η Αγγελική Πεχλιβάνη (γ. 1965, Πειραιάς), φιλόλογος και με εισηγήσεις σε συνέδρια για τη λογοτεχνία (Βλαβιανός, Γκανάς, Καρυστιάνη, Σκαμπαρδώνης, Σουλιώτης κ.ά.), μας παραδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή «Πεζή οχούμενη».
Πρόκειται για ένα βιβλίο χωρισμένο σε έξι μέρη με πολλούς άξονες και αγωγούς, υπέργειους και υπόγειους, κάθετους και διαγώνιους, που διαπερνούν τα αλληλοεπικαλυπτόμενα, αλλά και διακριτά του μέρη. Τα οποία και ονομάζει: From Russia with love, Πάτερ ημών… (ο συγγραφέας), Εκ κοιλίας μητρός… (η γραφή), Η μουσική, Ο έρωτας-ο θάνατος, Και άλλα τινά.

Αγγελική Πεχλιβάνη «Πεζή οχούμενη» Κίχλη, 2018, σελ. 112
Υποβάλλοντας σε διάφορες «δοκιμασίες» τον βιωματικό και τον ποιητικό της χρόνο, μας ξαφνιάζει ελέγχοντας τον χώρο στον οποίο αποφασίζει να κινηθεί. Τοποθετούμενη προσεκτικά στο κοινό ποιητικό μας σώμα, επενδύει στην ειρωνική διακειμενικότητα και τον μορφικό μετεωρισμό ανάμεσα στο ποίημα, το πεζό ή το ψευδοδοκίμιο.
Αλλοτε με δραματική πύκνωση κι άλλοτε με σκοτεινό λυρισμό, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα ερεθιστικό αποτέλεσμα, που κρατά τον αναγνώστη στο σύνολο σχεδόν του βιβλίου. Στα θετικά της συλλογής, και σχετικά σπάνιο στην τρέχουσα ποιητική βιβλιοπαραγωγή, είναι πως αρκετά ποιήματα μπορούν άνετα να ανθολογηθούν, ξεπερνώντας τη συνήθη απεύθυνση στο «σινάφι» (π.χ. το αυτοειρωνικό «Καβαφικόν», το επίσης καβαφίζον «Προς ευπώλητον ποιητήν», το προσευχητικόν «Everest», το φωτοσκεδαστικό «Αύγουστος»).
Η διακειμενικότητά της περνά μέσα από τα λογοτεχνήματα και από τις παρουσίες των λογοτεχνών Αναγνωστάκη, Σικελιανού, Μαστοράκη, Βιζυηνού, Καβάφη και Μίμη Σουλιώτη. Ο Σουλιώτης μάλιστα εμφανίζεται επαναληπτικά, εκφράζοντας μια βαθύτερη ανάγκη που καλείται να φτιάξει μια εν μέρει παρελθούσα και εν μέρει παρούσα μυθολογία. Με αποκορύφωση την «Ποιητική πρόζα για τον Μ.Σ» όπου διαβάζουμε: «ώσπου μια μέρα ξαφνικά αυτός ευήλια στάχτη αρχίζει να πετά φωτίζοντας για πάντα τη σελίδα».
«Ακολουθώντας» τον δικό της Βιζυηνό «αποδεσμεύεται από τον Λόγο και πιπιλάει με γλύκα την ανάρμοστη γλώσσα», στοχεύοντας στην «αποστασιοποίηση που απαιτείται για έναν γαλήνιο θάνατο». Απαντώντας στο «ως τι;» μιλάει: ως μελλοθάνατη που προετοιμάζεται∙ αφήνοντας ανοιχτό το «από πού;». Τρυφερή, εύθραυστη, ευάλωτη, ανθρώπινη απ’ τη μία, σκληρή, με πολιτικές βεβαιότητες και με μία εκ του ασφαλούς αυτοπεποίθηση από την άλλη. Δείχνοντας όμως συνάμα πως επιτίθεται για να παίξει άμυνα.

Ακριβή Κακλαμάνη «Μιλημένο νερό» Πατάκης, 2018, σελ. 112
Η Ακριβή Κακλαμάνη (γ. 1966, Αθήνα) με διακρίσεις στον πρώτο και τον δεύτερο διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής «Μίμης Σουλιώτης», εκδίδει την πρώτη της επίσης ποιητική συλλογή, το «Μιλημένο νερό».
Με ποίηση στοχαστική, κυμαινόμενης και συγκρατημένης απόστασης, αποτιμά την πορεία ενός σώματος και ενός προσεκτικού και διακριτικού νου, εντός και απέναντι ενός ευρύτερου άλλου: ποιητικού, πολιτικού και άμεσα ή έμμεσα παρεμβατικού.
Ως «Πληγωμένος Μινώταυρος», φυλακισμένος-εδώ-μέσα, με το μέσα να είναι το σώμα, το ποίημα και τα όρια που θέτει ο νους, κινούμενη μεταξύ των Ασμπερι, Κάρσον και Βλαβιανού, φαίνεται να αναζητά μια τελική απόφανση. Κοιτώντας και κινώντας προς έναν απόλογο. Οταν γράφει: «Εν μέσω αδιευκρίνιστων προθέσεων έριχνε δίχτυα / ξεχνούσε να τα σηκώσει – μπαγιάτευε το θέμα» («Βαβέλ πλεούμενη»), κείτεται και προκύπτει, στη γραμμή των προαναφερθέντων ποιητών, εντός της ποίησης και μέσω αυτής.
Με επαναλαμβανόμενα ιντερμέδια, απευθύνεται και στρέφεται ως «ατομικός» χορός στον θεατή και αποκαλύπτει το πρόσωπό της. Απευθυνόμενη στη θλίψη, στο ποίημα «Γυναίκα σε καθρέφτη», γράφει τα ακόλουθα: «Θλίψη, καλή μου φίλη […] τώρα κι εσύ θα αποκτήσεις τούφες σε απόχρωση φτερού κότας […] οι χαρές της εμμηνόπαυσης, ζωή μετά τα πενήντα, δεύτερη νεότητα, πρώτο εγγόνι».
Μιλώντας και εκφράζοντας μια γενικότερη «στιγμή», με προτεραιότητες και με θέση δυναμική, περιγράφει απ’ το τρέχον ώριμο σημείο όπου βρίσκεται −διασχίζοντας τη βιογραμμή της− τη σχέση της με το σώμα που γερνά, και με τον άλλον, που αλλάζει∙ τον σύντροφο άλλο, τον πρόγονο, τον απόγονο, υπαρκτό και διακειμενικό, διεκδικώντας ίδιον χώρο.
Αποκορύφωσή της το ποίημα «Ενα όνειρο»: «να ’φεύγαν, λέει, όλοι αυτοί / οι απαιτητικοί / να ξυπνούσες αργά με στόμα γεμάτο / πάνω στο δέρμα μου να ξεστόμιζες λέξεις / τρώγοντας παγωτό στο κρεβάτι / με κόκκινο μολύβι θα διόρθωνες / χίλιες αιτίες με μηδέν αφορμή».
Με υλικό που θα επαρκούσε για δυο συλλογές, μετεωρίζεται, ανάμεσα σε λέξεις και σε πράγματα, έλκεται από το ρευστό και το μεταβαλλόμενο του σώματος και γραπώνεται απ’ αυτό. Κι με αυτό ως πρώτη ύλη στοχεύει σε απαιτητικές και πρωτότυπες ιδιωτικές σπονδές.
