Η εικαστική εκπαιδευτικός Ρένα Ανούση-Ηλία παραδίδει, τον Μάρτιο, σεμινάρια στην ΑΣΚΤ
Εικαστική κάλυψη: Χρήστος Παλαμήδης
Η πρωτοφανής επιτυχία που σημείωσε το τετραήμερο Εικαστικό-Παιδαγωγικό Σεμινάριο, που δόθηκε από τη Ρένα Ανούση-Ηλία στην ΑΣΚΤ, σε συνδυασμό με τη βράβευσή της για την πολυετή, ανιδιοτελή προσφορά της στην εκπαίδευση και στην τέχνη, και την παράλληλη έκθεση του έργου της στον χώρο της παλαιάς βιβλιοθήκης, οδήγησαν στη ζήτηση και στην απόφαση της συνέχειας των σεμιναρίων για τον μήνα Μάρτιο.
Την παρουσίαση του έργου τής Ρένας Ανούση στις 6/2 επένδυσαν μουσικά οι Χρήστος Παλαμήδης, Αθηνά Χιώτη και Δημήτρης Χιώτης, ενώ στη διεξαγωγή των σεμιναρίων πλάι της ήταν ο εικαστικός εκπαιδευτικός Χρήστος Παλαμήδης. Η συνεργασία των δύο πρόκειται να συνεχιστεί στα σεμινάρια του Μαρτίου.
Ποια είναι όμως η Ρένα Ανούση-Ηλία; Και γιατί έχει σημασία, τούτη εδώ τη στιγμή, να εστιάσουμε σε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου πίσω από την καλλιτέχνιδα και παιδαγωγό με το πολυβραβευμένο έργο για το οποίο άλλωστε έχουν γραφτεί και ειπωθεί τόσα και τόσα;
Ένα έργο τέχνης είναι αυτόνομο· τα βιογραφικά στοιχεία του δημιουργού διευκολύνουν ίσως μια σχετική κατανόησή του, χωρίς να λείπει, από την άλλη, ο κίνδυνος το ίδιο ν’ αδικηθεί, να υπερεκτιμηθεί, να ενταχθεί κάπου λανθασμένα , έως και να ν’ αγνοηθεί. Η όποια διανοητική προσέγγιση ενός έργου τέχνης υπολείπεται σε δυναμική και ουσία σε σύγκριση με την άμεση, διαισθητική και αισθητική, κατά κύριο λόγο, πρόσληψή του όταν αυτό επι-κοινωνείται.
Κατά κανόνα, ένα έργο τεχνοτροπικά κάπου κατατάσσεται, μα όσον αφορά στην ουσία του, οι ερμηνευτικές διαθέσεις δεν είναι ο ασφαλέστερος τρόπος προσέγγισής του, όχι μόνο γιατί η τέχνη υπερβαίνει το νοητικό, μα και γιατί αυτό καθεαυτό το έργο προσφέρεται για πληθώρα συνειρμών, που ποικίλλουν ανάλογα με τις συνθήκες, την ανοιχτοσύνη ή την κλειστότητα, τις προσλαμβάνουσες, την ιδιοσυγκρασία του δέκτη, μα και από το timing που έργο και αποδέκτης έρχονται σ’ επαφή. Δεν είναι λίγες οι φορές που επιστρέφουμε σ’ ένα βιβλίο ή έναν πίνακα αισθανόμενοι ότι, τη δεδομένη χρονική στιγμή που πρωτοσυναντηθήκαμε μαζί του, ίσως δεν ήμασταν αρκετά ώριμοι ή αρκετά διαθέσιμοι γι’ αυτό, ή και το θέσαμε υπό τη σκιά του δημιουργού του.
Η καλλιτεχνική αξία ενός δημιουργήματος κρίνεται κυρίως από την ικανότητά του να μαγεύει, να «κλέβει», να μπάζει μέσα. Δεν πρόκειται γι’ άλλο από αυτό που απλοϊκά εκφράζει κανείς όταν λέει: «μιλά στην ψυχή μου». Ανώνυμα έργα το έχουν, πολλές φορές, καταφέρει.
Δεν διαφέρει σε πολλά μια ουσιαστική διδασκαλία. Η μέθεξη, η μαγεία, είναι αναγκαία συστατικά της, κάτι που ισχύει για καθετί που φτάνει βαθιά στην ψυχή και καμιά διδασκαλία δεν είναι ουσιαστική αν δεν το καταφέρνει· εξίσου όμως σημαντική είναι η νοητική επεξεργασία αλλά και το πρακτικό αντίκρισμα, αφού ο παιδαγωγός φέρει την ευθύνη της επενέργειας που ασκεί –άρα χρέος να δρα εν πλήρει συνειδήσει– κάτι που όχι μόνο δεν ενδιαφέρει αλλά και που πολλές φορές ακυρώνει στην πράξη τον καλλιτέχνη.
Εν αντιθέσει με τον τελευταίο, ο παιδαγωγός οφείλει να γνωρίζει εκ των προτέρων, και όσο το δυνατόν καλύτερα και εις βάθος, σε ποιον απευθύνεται, αφού το ποιος είναι ο διδάσκων είναι εξίσου καίριας σημασίας με το ποιος είναι ο διδασκόμενος. Το κοινό του –μα και κάθε ατομικότητα ξεχωριστά– δεν είναι απλές και αφηρημένες αλλά συγκεκριμένες οντότητες με διαφορετική ικανότητα πρόσληψης και διαφορετικές βιωματικές εμπειρίες.
Αν κάποιοι καλλιτέχνες καταφέρνουν να «διδάξουν», να επηρεάσουν σε βαθμό που να γίνονται ρεύματα και σχολές, δεν γίνεται ηθελημένα, απλώς συμβαίνει.
Εύκολα λοιπόν συμπεραίνει κανείς ότι τα πράγματα περιπλέκονται πολύ και οι ισορροπίες γίνονται ιδιαίτερα λεπτές όταν διδάσκει κανείς τέχνη. Ποια είναι λοιπόν η Ρένα Ανούση-Ηλία;
Είναι μια φύση «κεραυνική»· για να εξηγηθώ: ένας άνθρωπος που υπερβαίνει κατά πολύ τον μέσο τέτοιο. Τόσο που, όσοι έχουμε την ευλογία ν’ ανήκουμε στον περίγυρό της, την αποκαλούμε, κατά κοινή ομολογία, «φαινόμενο». Και πώς αλλιώς ν’ αποκαλέσεις μια γυναίκα που ανέκαθεν και έως τούτη τη στιγμή, βρίσκεται σε μόνιμη υπερδραστηριότητα, πηγαινοέρχεται ακατάπαυστα με τα μέσα μαζικής μεταφοράς λιώνοντας στην κυριολεξία παπούτσια στους δρόμους, διδάσκει αφιλοκερδώς, παρευρίσκεται οπουδήποτε καλείται ενώ συνάμα βρίσκεται σε οργιαστική δημιουργικότητα;
Προικισμένη με βαθιά ενσυναίσθηση, δυναμισμό, ακλόνητη αυτοπεποίθηση, άσβεστο πάθος και ανεξάντλητη αγάπη όχι μόνο για τον πλησίον μα και για κάθε τι ζωντανό που την περιβάλλει, η Ρένα δεν διαχωρίζει μια ανθρώπινη ψυχή από εκείνη μιας πέτρας, θα μπει και στις δύο.
Τόσο συχνές είναι, σε βάθος χρόνου, οι αναφορές της στον Θεό, που είναι αδύνατον ν’ αναφερθεί κανείς σ’ αυτήν αφήνοντάς Τον απέξω. Ίσως μια στενή περί Θεού αντίληψη να μην κατανοεί εύκολα πώς η θρησκευόμενη Ρένα είναι ταυτόχρονα παγανίστρια, φετιχίστρια, υπερβατική και ορκισμένα γήινη, σάρκα, ψυχή και πνεύμα σε ισοζύγιο.
Μια στενή όμως περί Θεού αντίληψη είναι μια αντίληψη· δεν είναι βίωμα της ιερότητας κάθε υπαρκτού στοιχείου, δεν είναι δέος και κατάνυξη μπροστά σ’ όλο το φάσμα της Δημιουργίας ή μέθεξη μαζί του – αλλιώς αυτός ο συγκερασμός των φαινομενικά αντίθετων ροπών σ’ έναν άνθρωπο, θα φάνταζε ως ό,τι πιο φυσικό δύναται να υπάρχει.
Είναι γι’ αυτό ακριβώς που η Ρένα δεν αποχωρίζεται ποτέ τ’ αντικείμενά της, που είναι τόσο ζωτικό γι’ αυτήν να περιβάλλεται από αγαπημένη ύλη –δώρα αγαπημένων της, πίνακες δικούς της και άλλων, εργαλεία, τετράδια, πέτρες, υφάσματα, λίθους, φυτά, βιβλία– τον σφύζοντα διάκοσμο που την πλαισιώνει, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της, βρίσκεται σε μόνιμη διαλεκτική μαζί του και τον ατενίζει μ’ εκείνη τη φετιχιστική, τελετουργική λατρεία του ανθρώπου που δονείται από την παμψυχία της Δημιουργίας.
Το σπίτι της δεν είναι ένα σπίτι όπου θα μπορούσε να μένει οποιοσδήποτε· είναι η εστία-προέκταση μιας πολύ συγκεκριμένης γυναίκας· δεν θα μπορούσε να ήταν κανενός άλλου. Πέραν τούτου, πρόκειται για ένα σπίτι μονίμως ανοιχτό και γεμάτο κόσμο.
Αυτό που πάνω απ’ όλα όμως οδηγεί στον χαρακτηρισμό «φαινόμενο» είναι ότι όσο και να ψάξει κανείς να εντοπίσει περιόδους κόπωσης, απόσυρσης, κλεισίματος στο καβούκι (πράγμα και λογικό και σύνηθες για τον καλλιτέχνη), δεν θα τις βρει. Οι γνωστές σε όλους μας περίοδοι ξηρασίας και αγρανάπαυσης –ακόμα και αν μάθαμε, με τον καιρό, να μην τις αποκηρύσσουμε μα να τις δεχόμαστε ως μια φάση της κυκλικότητας των φαινομένων ή ως κυοφορία μέσα σε φαινομενικό θάνατο– κατά έναν παράξενο λόγο σ’ αυτήν δεν υπάρχουν.
Στην προσπάθειά μου να εξηγήσω αυτό το παράδοξο του οποίου μάρτυρας τελώ τόσα χρόνια, κατέληξα στο συμπέρασμα πως η Ρένα έχει αναπτύξει μια πολεμική ενάντια στους κύκλους, ανακαλύπτοντας έναν μαγικό τρόπο να κάνει όλες τις εποχές καρποφόρες.
Μια ισχυρή βιολογική δομή δεν φτάνει να εξηγήσει αυτό το μόνιμο περίσσευμα δυνάμεων· μια δυνατή ψυχοσύνθεση θα είχε και αυτή, τις κρυφές της έστω ώρες, κάμψης. Ένας πόλεμος όμως, ένας έρωτας, μπορούν. Είναι αυτά τα δυο αξεχώριστα κι ενωμένα που απαιτούν μια τέτοια μόνιμη ετοιμότητα κι εγρήγορση. Και απέναντι σε ποιον κηρύχθηκε ο πόλεμος; Προς ποιον απευθύνθηκε ο Έρωτας; Στον ίδιο της τον Αγαπημένο.
Δείχνοντας από πολύ νωρίς το σκληρό Του πρόσωπο, διεκδικώντας την ίσως, «χτύπησε» με οδυνηρές απώλειες παίρνοντας μια εξίσου καταλυτική, Καζαντζακική, απάντηση. Αναποδογυρίζοντας τους πόλους, η Ρένα μεταστοιχείωσε την απώλεια σε προσφορά. Έπαιξε στ’ άκρα και στα δίπολα σε ζωή και τέχνη. Ο τρίτος δρόμος, ο δρόμος των μυστικιστών, αναδύθηκε έτσι αβίαστα και δρα πια κυρίως από εκεί, όχι όμως μόνον από εκεί.
Αφήνεται εντελώς ελεύθερη στη ζωγραφική και στις ακουαρέλες της, που χαρακτηρίζονται «άυλες». Παράλληλα, βρίσκεται υπό τον πλέον αυστηρό περιορισμό και τη χειρουργική ακρίβεια των χαρακτηριστικών της. Το ίδιο πράττει και στην αίθουσα διδασκαλίας: διδάσκει πέρα από στεγανά και τόσο ελεύθερα που είναι αδύνατο ο μαθητής να υποψιαστεί πως πειθαρχεί. Και πειθαρχεί ακριβώς για να μπορεί να κατακτά ολοένα και περισσότερη ελευθερία.
Παρότι συμβαίνει σπάνια, είναι πολύ μα πολύ ανθρώπινο, ο άνθρωπος να διέπεται από την ανάγκη να ξεδιπλώσει όλες του τις δυνατότητες, να φτάσει έως τις ίδιες του τις εσχατιές και τον πυρήνα. Ελάχιστοι, ωστόσο, αναλαμβάνουν το ρίσκο και το τίμημα μιας τέτοιας εξέγερσης απέναντι σε αυτά, τα υποτυπώδη και τα δευτερεύοντα, στα οποία η κοινωνία μάς μαθαίνει ν’ αρκούμαστε.
Θες από φόβο, ευνουχισμό, ενοχική ψυχοσύνθεση, απουσία πηγαίου ερωτισμού, θες γιατί δεν είναι μέσα τους συντριπτική η ανάγκη του Απόλυτου και καταλυτικό το κάλεσμα στ’ ανοιχτά ώστε να μην έχει άλλη διέξοδο πέρα από το να γίνει μονόδρομος; Για όποιο λόγο, σπανίως συμβαίνει.
Η Ρένα ωστόσο δεν ασκεί κριτική σε κανέναν που δεν επιχείρησε το πέταγμα. Επιμένει απλώς στον τρόπο της· αυτά που απορρίπτει τα καταλαβαίνει κανείς μόνο διά της εις άτοπον απαγωγής: μέσω αυτών που επιλέγει. Καμιά εναντίωση ποτέ και σε κανέναν, ό,τι και αν αυτός πρεσβεύει. Μπροστά σ’ αυτό το ακλόνητο πείσμα που σωπαίνει και μόνο προχωρά, ελλείψει τροφοδοσίας, οι συντηρητικές φωνές γρήγορα παύουν. Ηλίου φαεινότερο πως αυτή θα κάνει το δικό της και δεν θ’ αναμετρηθεί με κανέναν άλλον πέραν του εαυτού της.
Το πείσμα αυτό, που ωστόσο βαθειά και γαλήνια συλλογάται, δεν απορρέει από ναρκισσισμό ή εγωπάθεια –τέτοια στοιχεία απουσιάζουν εντελώς από τη Ρένα– μα από το απτό και χειροπιαστό αποτέλεσμα των καινοτομικών μεθόδων που ακολουθεί και από το χαμόγελο που καταφέρνει στα χείλη των μαθητών της. Με αυτή την έννοια, είναι πάντα προσηλωμένη στον στόχο, δεν αποκλίνει, δεν μπαίνει σε αλισβερίσι με οτιδήποτε μπορεί να την αποσπάσει απ’ αυτόν, έστω κι αν αυτό σημαίνει απλώς να της στερήσει πολύτιμο χρόνο.
Ζώντας και δρώντας έτσι σχημάτισε γύρω της ένα καθαρό ενεργειακό πλέγμα που ελκύει την ίδια καθαρή ενέργεια μ’ αυτή που εκπέμπει.
Σε πείσμα των καιρών, μα και γιατί πολύ μας αρέσει, διατηρούμε τη συνήθεια ν’ αλληλογραφούμε. Η Ρένα δεν ενέδωσε ποτέ σε κάτι εικονικό ή εύκολο. Απέρριψε, χωρίς δεύτερη κουβέντα, τη σύγχρονη επικοινωνία μέσω τεχνολογίας, επιμένοντας στη μοναδικότητα και ιεροτελεστία κάθε επαφής της.
Το γράμμα μπορεί να έρχεται με ταχυδρομείο όταν είμαστε μακριά ή να δίνεται χέρι με χέρι ενώ καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Τα όσα κατατίθενται εκεί είναι σε σμίξιμο αξεδιάλυτο με το άρωμα που είναι το χαρτί ποτισμένο, με τα απτά σχήματα που δημιουργούν οι τόσο οικείοι πια γραφικοί χαρακτήρες, μα και με τ’ άλλα που σχηματίζονται νοερά στ’ άγραφά του σημεία. Σαν το χαμόγελο, μια απειροελάχιστη απόκλιση της καμπύλης ενός «α» φτάνει για να φέρει το άδυτο στο προσκήνιο.
Φυσικό ήταν, στην πάροδο των τόσων χρόνων, ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας να έχει περάσει από περισσότερες αλλαγές. Ωστόσο, το γεγονός ότι υπήρξα και παραμένω –από κάθε άποψη και ηθελημένα– εκτεθειμένη σ’ ένα τόσο βαθύ βλέμμα σαν το δικό της ήταν και είναι μια ατόφια ηδονή που δύσκολα μεταδίδεται. Εξελίχθηκε έτσι· ξεκίνησε ωστόσο από ένα τέχνασμα εκ μέρους μου, μια δοκιμασία ορίων στην οποία υπέβαλα και τις δυο μας.
Ποια ήταν η κυρία που έμπαινε στη σχολική αίθουσα λες κι έμπαινε σε ναό, παραλάμβανε κοσμοχαλασιά κι άφηνε κατάνυξη πίσω; Γιατί, έτσι ξαφνικά και από το πουθενά, άρχισε να με βομβαρδίζει με γράμματα; Αναρωτιόμουν για όλα αυτά με τη διάθεση με την οποία απευθύνουμε καμιά φορά αυτό το «τι θέλεις επιτέλους από μένα;» σε κάποιον που κατάφερε να μας γίνει απαραίτητος και που το να μας αφήσει στην ησυχία μας είναι πια το τελευταίο που επιθυμούμε.
Καλά λοιπόν! Για να δούμε! Έχεις, όντως, την άπλα που δείχνεις να έχεις;
Και ενώ επιστράτευα τ’ αφελή παιδικά κόλπα μου –τύπου «θ’ απαντήσω στο γράμμα, μα θ’ αερολογώ και δεν θ’ αποκαλύπτω τίποτα» ή αντίθετα, «θα ρίξω τη βόμβα και θα σωπάσω»– ούτε που υποψιαζόμουν πως απλώς μέτραγα γύρω μου αντοχές, μην κάνοντας άλλο απ’ αυτό που κάνει η ίδια η φύση: αναζητούσα το πιο δυνατό, το πιο θερμό, το πιο βαθύ, το πιο ζωοποιό –το πιο εντέλει φυσικό– για να στραφώ και ν’ αντλήσω· κάτι που ασυναίσθητα κάναμε, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, όλοι.
Ενεργούσα ενστικτωδώς κι ούτε που καταλάβαινα πως αυτά τα γράμματα-καταθέσεις ψυχής που μου απηύθυνε είχαν, στο ξεκίνημά τους, ως απώτερο σκοπό να μ’ αναγκάζουν να γράφω. Στην πορεία, και όταν εκείνη σιγουρεύτηκε πως ήταν πλέον αργά για να υπεκφύγω από τη γραφή, έπαψαν οι σκοποί· το γράμμα έγινε κάλεσμα σε χορό κι ένας χορός το ίδιο. Τώρα, γνωρίζω με κάθε βεβαιότητα ποια είναι αυτή που έκανε την αλληλογραφία μας να μετρά είκοσι εννιά πια ολόκληρα χρόνια.
Γράμμα στη Ρένα Ανούση
Παίρνω βαθιά ανάσα κι εκεί που με βυθίζεις βυθίζομαι. Πάμε έως τέλους, έως τα πυκνά σκοτάδια των βυθών που βρίθουν με πλάσματα μαγικά που λαμπυρίζουν.
Βγάζω το κεφάλι απ’ τα νερά· τόσο δικός μου ο αέρας που δάκρυσα. Το δάκρυ, θάλασσα κι αυτό, δεν διακρίνεται. Κυλά μες στις ακουαρέλες σου, σβήνει στα ωκεάνια νερά τους. «Βρέξε το χαρτί, πέτα μελάνι πάνω του… Άστο, άστο…. όπου πάει. Μην επεμβαίνεις παρά ίσα-ίσα, δέξου, διαλύσου, αφανίσου», θυμάσαι;
Ύστερα από τη διάλυση στο χαρτί, η έκρηξη στον καμβά. Πάμε να φύγουμε για τα θερμά χρώματα, τα θερμά κλίματα, τις θερμές καρδιές, τις θερμές χώρες.
Πόση έκρηξη, πόσο αφανισμό, χρειάστηκες για να τραβήξεις τις αυστηρές γραμμές των χαρακτικών σου; Απτόητο γέλιο κεραυνοβολεί όποιον περιμένει να ιχνεύσει πάνω σου φθορά. «Έχει και μετά από εκεί, έχει και πέρα από εκεί», μοιάζεις να λες, «Καθένας έχει τον περιέκτη του. Πάντα επιφύλασσα, για το τέλος, φιέστα. Χορεύουν, σε ξέφωτο, σε φόντο καθαρό, φτιαγμένοι από τις στάχτες του Φοίνικα, ανθρώπινοι καμβάδες.
Τι να σου καταμαρτυρήσω; Στη μέγγενη των ρολογιών, φίλοι παλιοί του άχρονου, δεν τους χαρίστηκαν, δεν άφησαν όμως και λεπτό να πάει χαμένο. Κι ο χρόνος κάμφθηκε, τους σεβάστηκε, τους χάραξε ανεπαίσθητα, τους άφησε όπως τους βρήκε, χωρίς ηλικία. Μοιάζουν παιδιά… ας μην πούμε άλλο τίποτα. Χαρά μου παιδική, ήρθαμε εις πέρας».
Κοιτάζω γύρω τις πτήσεις σου. Πουλιά, λουλούδια, τοπία, πορτρέτα, άγγελοι –όλα σαν τελετουργικός καπνός σε σπειροειδή άνοδο– κι εκείνο το πέταγμα των παιδικών χρόνων που κόντεψε να στριμωχθεί μέσα μου σαν τη θολή ανάμνηση ενός ονείρου, διεκδικεί την επιστροφή του στους μύες μου. Κορμική μνήμη το πέταγμα. Ναι, πετάγαμε. Δεν θυμάμαι να σου πω πόσο ψηλά, μα σίγουρα ήταν πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων.
