Η αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός και η κατάργηση του υποκατώτατου, τον οποίο ορθά χαρακτήρισε «απαράδεκτο θεσμό», αφήνει μια αχτίδα αισιοδοξίας για το μέλλον. Τα προβλήματα της κοινωνίας δεν θα λυθούν, βέβαια, με τη νομοθέτηση αυτού του μέτρου, ούτε επουλώθηκαν οι μνημονιακές πληγές. Ωστόσο έγινε μια αρχή.
Μια αρχή, την οποία δεν φαίνεται να συμμερίζονται πολλοί. Ούτε η αντιπολίτευση, αλλά ούτε τα συνδικαλιστικά σωματεία, αρχής γενομένης από τη ΓΣΕΕ, η οποία χθες εξέδωσε μακροσκελή ανακοίνωση, πολύ πιο επιθετική σε σχέση με εκείνες που εξέδωσαν οι εργοδότες.
Τον Νοέμβριο, όταν ξεκίνησε ο διάλογος για το φλέγον αυτό ζήτημα, η ΓΣΕΕ αρνήθηκε να συμμετάσχει. Επίσης, είναι γνωστό ότι κατά την περίοδο που αποφασιζόταν και ψηφιζόταν η σχετική διαδικασία καθορισμού του κατώτατου μισθού, το 2013, η ΓΣΕΕ έμοιαζε να έχει πιει το… αμίλητο νερό.
Εντύπωση προκάλεσε πάντως και η ανακοίνωση της Ν.Δ., η οποία έδωσε στη δημοσιότητα, μεταξύ άλλων, και ένα ενημερωτικό σημείωμα του τομεάρχη Εργασίας του κόμματος, Γιάννη Βρούτση. Σε αυτό το σημείωμα, χρεώνει στα αρνητικά ότι η «αγορά εργασίας είναι με ευθύνη ΣΥΡΙΖΑ καθημαγμένη, καθώς 1 στους 3 εργαζομένους αμείβεται με 319 ευρώ (στοιχεία ΕΦΚΑ), ενώ οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης στις νέες προσλήψεις κυριαρχούν απόλυτα με 56,22%».
Αυτό που φαίνεται να λησμονεί η αξιωματική αντιπολίτευση είναι ότι ο αρχηγός του κόμματος, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει τοποθετηθεί συχνά υπέρ των ευέλικτων μορφών απασχόλησης. Άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης -και η ΓΣΕΕ- κάνουν λόγο για τα 751 ευρώ που είχε υποσχεθεί προεκλογικά πριν από τέσσερα χρόνια ο Αλέξης Τσίπρας.
Όντως, αυτή η δέσμευση δεν εφαρμόστηκε. Ωστόσο είναι υποκριτικό το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να μιλάει για Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων όταν γνωρίζει πολύ καλά πως η ΓΣΕΕ απείχε από αυτόν τον διάλογο. Είναι επίσης υποκριτικό να κατηγορείται η κυβέρνηση ότι δεν δίνει περισσότερα, τη στιγμή που κάθε παροχή της χαρακτηρίζεται προεκλογική παροχολογία.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν αλλάζει. Για πρώτη φορά ύστερα από εφτά χρόνια, περισσότεροι από 800.000 ιδιωτικοί υπάλληλοι θα δουν τον μισθό τους να αλλάζει. Ελάχιστα, αλλά προς τα πάνω.
