«Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα αξιοσημείωτο διπλωματικό επίτευγμα, το πιο σημαντικό από την εποχή της Συμφωνίας του Ντέιτον [που έθεσε τέλος στον πόλεμο στη Βοσνία]. Εγινε πραγματικότητα λόγω καλής θέλησης, δημιουργικότητας, ισχυρών σχέσεων μεταξύ όσων ήταν επικεφαλής της διαπραγμάτευσης» τόνισε ο βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, αρμόδιος για τα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, Μάθιου Πάλμερ, μιλώντας χθες σε Ελληνες δημοσιογράφους στην Αθήνα.
Ωστόσο, ο κ. Πάλμερ εκτίμησε ότι «η πλήρης εφαρμογή της συμφωνίας θα απαιτήσει πολύ χρόνο» και «δεν πρόκειται να είναι ούτε εύκολη ούτε ομαλή και θα υπάρξουν στην πορεία τριβές και προβλήματα, αλλά όσοι εμπλέκονται σε αυτήν το κατανοούν. Το σημαντικό είναι και οι δύο πλευρές, οι πολιτικές ηγεσίες στα Σκόπια και στην Αθήνα να δουλέψουν από κοινού ώστε να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τα όποια ζητήματα τριβής και να εφαρμοστεί αποτελεσματικά η συμφωνία, να μείνουν όλοι εστιασμένοι στη μεγάλη εικόνα που είναι να ενδυναμωθεί και να βαθύνει η σχέση μεταξύ της Ελλάδας και της Βόρειας Μακεδονίας και να διευκολυνθεί η ευρωπαϊκή πορεία της Βόρειας Μακεδονίας».
Ο Αμερικανός βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε ότι η Ρωσία όχι μόνο αντιτάχθηκε στη συμφωνία, αλλά εξακολουθεί να εργάζεται σε αυτή την κατεύθυνση: «Οι Ρώσοι συνεχίζουν να θεωρούν τη Συμφωνία των Πρεσπών ότι είναι θεμελιακά αντίθετη με τα συμφέροντα, τις προθέσεις και τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή. Θέλουν να υπάρχουν στην περιοχή τριβές, αναταραχή, να υπάρχει καχυποψία, ιδιαίτερα μεταξύ των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Εργάζονται ενάντια σε οτιδήποτε ανοίγει τον δρόμο για τη Βόρεια Μακεδονία αλλά και για άλλες χώρες προς το ΝΑΤΟ και πιστεύω και προς την Ε.Ε.» υποστήριξε ο κ. Πάλμερ.
Σχετικά με τις σχέσεις Σερβίας και Κοσόβου, τόνισε πως η επίτευξη μιας συμφωνίας θα μεταμορφώσει προς το καλύτερο τα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς θα ανοίξει τον ευρωπαϊκό δρόμο για τη Σερβία, την ευρωπαϊκή προοπτική για το Κόσοβο και θα αφαιρέσει από τη Ρωσία την επιρροή που ασκεί στο Βελιγράδι λόγω του ανοιχτού ζητήματος του Κοσόβου.
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν πολύ να δουν μια αμοιβαία συμφωνία ομαλοποίηση των σχέσεων Σερβίας και Κοσόβου. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αμοιβαία αναγνώριση ως ανεξάρτητα κυρίαρχα κράτη. Αυτό είναι πολιτικά πολύ δύσκολο για το Βελιγράδι και το κατανοούμε. Ο διάλογος που διευκολύνει και στηρίζει η Ε.Ε. προσπαθεί να βρει μια ισορροπία μεταξύ των αναγκών των δύο πλευρών που θα επιτρέψει μια συμφωνία για να προχωρήσει η ομαλοποίηση».
Σε ερώτηση της «Εφ.Συν.» αν η πιθανή αλλαγή συνόρων μπορεί να ανοίξει το Κουτί της Πανδώρας, ο κ. Πάλμερ χαρακτήρισε το θέμα αυτό ως υπαρκτό κίνδυνο, αλλά υποστήριξε πως μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η «παγωμένη» διαμάχη μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου.
Ξεκαθάρισε πάντως ότι αν υπάρξει αλλαγή συνόρων αυτή θα είναι αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων κυρίαρχων κρατών και δεν μπορεί να αποτελέσει πρόκριμα για τις αποσχιστικές επιδιώξεις του Μίλοραντ Ντόντικ στη σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας Ερζεγοβίνης. Ξεκαθάρισε κατηγορηματικά πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν προωθούν αλλαγή συνόρων στην περιοχή: «Δεν είμαστε εμείς που θέσαμε θέμα αλλαγής συνόρων στο τραπέζι, δεν πιέζουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Η θέση μας είναι πως οι δύο πλευρές πρέπει να διαπραγματευτούν την κατά το δυνατόν καλύτερη συμφωνία. Δεν λέμε πως δεν μπορούν να συζητήσουν συνοριακές διευθετήσεις. Αν αυτό είναι μέρος μιας συνολικής συμφωνίας δεν έχουμε θέμα».
Πιέσεις στο Κόσοβο
Ο κ. Πάλμερ ζήτησε να επιστρέψουν Σερβία και Κόσοβο στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης που έχει διακοπεί από τότε που η Πρίστινα επέβαλε μονομερώς δασμούς στα σερβικά προϊόντα και ζήτησε από το Κόσοβο να άρει αυτή την απόφαση ώστε να διευκολυνθεί η επανάληψη του διαλόγου.
Αναφερόμενος στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ και Ελλάδας, έκανε λόγο για ισχυρούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών, οι οποίοι επαναβεβαιώνονται, και μίλησε πολύ θετικά για τις προοπτικές περαιτέρω σύσφιγξης των διμερών μας σχέσεων. Εδωσε έμφαση στον στρατηγικό διάλογο των δύο χωρών και την αμερικανική παρουσία στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης και τόνισε πως οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις «δεν είναι σχέσεις Τραμπ και Τσίπρα», αλλά σχέσεις μεταξύ δύο συμμάχων χωρών και υποστήριξε ότι «η ανάδειξη μιας άλλης κυβέρνησης στην Ελλάδα προφανώς δεν θα άλλαζε αυτή την πραγματικότητα».
