ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Βαδίζω στον άγνωστο κόσμο των ψυχών. Δεν με οδηγεί κανείς. Το φως χαμηλώνει. Παντού απλώνεται σιωπή. Ο κόσμος χαλαρώνει σαν γυναίκα που ετοιμάζεται για ύπνο κι αφήνει λυτά τα μαλλιά της. Κι εγώ μιλάω στις σκιές των θεών αυτού του τόπου που αργοπετούν στον αιθέρα και με βλέπουν, με ακούνε».

Είναι λόγια της Μαρίας, της Παναγίας, που λίγο πριν από το τέλος της θυμάται όλα αυτά που έζησε. Τη συναντούμε εξόριστη στην Εφεσο, γερασμένη, καταπονημένη και σε συνεχή κίνδυνο, να αφηγείται, έτσι όπως επιλέγει αυτή κι όχι έτσι όπως αποτυπώθηκε ιστορικά και θεολογικά, τη ζωή της και τη ζωή του γιου της.

Η Μαρία καταθέτει τη δική της εκδοχή, αυτήν που εμπνεύστηκε ο Ιρλανδός συγγραφέας Κολμ Τόιμπιν στο έργο του «Η Διαθήκη της Μαρίας» που παρουσιάζεται στο «Από Μηχανής Θέατρο» σε μετάφραση Κατερίνας Βαλαβανίδη και σκηνοθεσία Δημήτρη Μυλωνά, για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Τον ρόλο της Μαρίας ερμηνεύει η Ασπασία Κράλλη, επιστρέφοντας στη σκηνή του θεάτρου που ίδρυσε μαζί με τον άντρα της Χρήστο Βαλαβανίδη ύστερα από 14 χρόνια.

Ο Κολμ Τόιμπιν γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1955 και από πολύ νέος ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, το δοκίμιο, το θέατρο, την ποίηση, τη λογοτεχνική κριτική. Μεγάλωσε σε μια πολιτικοποιημένη οικογένεια, αφού ο παππούς και ο θείος του ήταν μέλη του IRA. Ο ίδιος σε συνέντευξή του είχε μιλήσει για τη σιωπή, τον μυστικισμό που επικρατούσε στο σπίτι του, στοιχεία που τον καθόρισαν ως συγγραφέα.

Η ενασχόλησή του με το έργο του Ερνεστ Χέμινγουεϊ τον έκανε μετά την αποφοίτησή του από το University College του Δουβλίνου να ταξιδέψει στην Ισπανία και να ζήσει για ένα διάστημα στη Βαρκελώνη. Επιστρέφοντας στην Ιρλανδία ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία παράλληλα με τη συγγραφική του δραστηριότητα. Ο Τόιμπιν έχει γράψει μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων, δοκίμια και κείμενα λογοτεχνικής κριτικής.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του είναι η ιρλανδική κοινωνία, η ζωή στο εξωτερικό, η ομοφυλοφιλία, η διαφύλαξη της ατομικής ταυτότητας. Το πρώτο του βιβλίο, ο «Νότος», κυκλοφόρησε το 1990. Στο «Καραβοφάναρο στο Μαύρο Νερό» καταπιάνεται διερευνητικά με το οικογενειακό περιβάλλον, κυρίως τη σχέση με το αρχετυπικό μοντέλο της μητέρας, στοιχείο ορατό και στα επόμενα έργα του.

Το μυθιστόρημά του «Χένρι Τζέιμς, ο δάσκαλος» είναι αφιερωμένο στον σπουδαίο συγγραφέα Χένρι Τζέιμς. Στο «Λίγο πριν την αυγή» ο ήρωάς του ζει στο Μπουένος Αϊρες και προσπαθεί να κρύψει την ομοφυλοφιλία του από τη μητέρα του κι απ’ όλο τον κόσμο. Το 2009 βραβεύτηκε με το βρετανικό Costa Αward για το μυθιστόρημά του «Μπρούκλιν».

Τον μονόλογο του Τόιμπιν «Η Διαθήκη της Μαρίας» είχε ερμηνεύσει η Φιόνα Σο στο Λονδίνο αλλά και στο Μπρόντγουεϊ το 2013, όπου εκεί δεν έλειψαν οι διαμαρτυρίες χριστιανικών ομάδων με πλακάτ έξω από το θέατρο. Επίσης, η έκδοση του έργου από τον συγγραφέα σε μορφή νουβέλας έχει ηχογραφηθεί από τη Μέριλ Στριπ.

Σ΄ αυτό το τολμηρό κείμενο των 105 σελίδων τίποτα δεν είναι θεόπνευστο, μεταφυσικό, βιβλικό. Τα γεγονότα περιγράφονται από τη μάνα, τη γυναίκα που πονάει, παρατηρεί, κάνει κριτική και αυτοκριτική παρακινούμενη πότε από την πίκρα και τον θυμό, πότε από τον πόνο και τις ενοχές. Η Μαρία «γράφει» το δικό της «ευαγγέλιο», καταθέτει τη μαρτυρία της για εκείνες τις μακρινές και θαυμαστές εποχές που καθόρισαν την ανθρωπότητα χαρίζοντάς της έναν Μεσσία. Η ιστορία όπως τη διηγήθηκαν οι Ευαγγελιστές εδραιώνοντας την Εκκλησία αποδομείται.

Η μητέρα του Χριστού αναρωτιέται: «Αραγε η θυσία του έφερε έναν κόσμο καλύτερο;».

Η Μαρία μέσα σ’ ένα λιτό δωμάτιο με ελάχιστα έπιπλα, όλα φτιαγμένα από τον ξυλουργό Ιωσήφ, σκουπίζει, ξεσκονίζει, ελέγχει τον δρόμο, κάθεται στο τραπέζι καθαρίζοντας ένα μήλο, αναπολεί, αναρωτιέται. Θυμάται το μεγάλωμα του παιδιού της –δεν προφέρει ποτέ το όνομά του–, τα χαρίσματά του, την ένταξή του αργότερα σε εκείνη την ομάδα που θα τον πάρει μακριά της. Μιλάει για τη σύλληψή του και μετά τη σταύρωσή του, για τις φριχτές ώρες στον λόφο. Και υποφέρει γιατί μόνο εκείνη ξέρει πως εγκατέλειψε τον γιο της στον Γολγοθά, πως έφυγε γιατί φοβήθηκε τη σύλληψή της από τους Ρωμαίους.

Ακούγοντάς την καταλαβαίνεις πως η ίδια δεν έχει πειστεί για τα θαύματα που έκανε ο γιος της. Στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στον γάμο στην Κανά. Ομως είναι πραγματικά μια υπέροχη ποιητική στιγμή η περιγραφή της εξόδου του Λαζάρου από τον τάφο του:

«Και τότε σώπασαν τα πουλιά και εξαφανίστηκαν από το στερέωμα. Ο χρόνος έμεινε μετέωρος κι αυτές τις ώρες τίποτα δεν γεννήθηκε, τίποτα δεν άρχισε να υπάρχει, κανένας δεν πέθανε, τίποτα δεν μαράθηκε με κανέναν τρόπο». Και συνεχίζει η Μαρία: «Αναστέναξε ο Λάζαρος και ήταν σαν κάτι να έσπασε. Η μοναδική ευκαιρία να μάθουμε κάτι για τον θάνατο μας είχε ξεφύγει για πάντα. Ο Λάζαρος πέθαινε, το έβλεπα. Αν είχε επιστρέψει στη ζωή, είχε επιστρέψει απλά και μόνο για να την αποχαιρετήσει. Κι αν πραγματικά είχε πεθάνει, κι αν πραγματικά είχε μείνει θαμμένος τέσσερις μέρες κάτω από τη γη, κατείχε μία γνώση που δεν μπορούσε να τη μοιραστεί με κανέναν. Ισως γιατί δεν υπήρχαν οι λέξεις για να τη μοιραστεί. Και πώς να υπάρχουν οι λέξεις;»…

Η Μαρία μιλάει γι’ «αυτούς», τους ακολούθους, τους μαθητές του. Ο Πέτρος και ο Ιωάννης την επισκέπτονται σήμερα, τη φροντίζουν αλλά τη βασανίζουν συνεχώς ρωτώντας τη για τον Ιησού. Γι’ αυτούς ήταν ο γιος του Θεού. Για εκείνη ήταν μόνον ο γιος της. Ο Ιωάννης πιο τρυφερός –αυτός τη συνόδευσε στον Γολγοθά, σε εκείνον την παρέδωσε ο γιος της– και ο Πέτρος «ανυπόμονος», που έχει τον έλεγχο των πραγμάτων κι όλο γράφει, γράφει… Γράφει για το πώς έγιναν τα πράγματα. Και πάντα την αγριοκοιτάζει όταν αυτά που εκείνη του λέει για τον Ιησού «δεν γίνεται να τεντωθούν ώς τα όρια που έχει ορίσει αυτός από πριν».

Οι παρατηρήσεις της για τη στάση του Πέτρου βάζουν φιτιλιές στο πνεύμα και στο γράμμα μιας ολόκληρης θρησκείας, αυτής που μας κληροδότησαν οι Απόστολοι:

«Είχα κλείσει τα μάτια μου και τον άκουγα. Κάτι στον τόνο της φωνής του ήταν σαν να μην τα πίστευε αυτά που έλεγε, αλλά σαν να τα είχε μάθει απέξω και από την πολλή επανάληψη είχε φτάσει στο σημείο να τα πιστεύει πραγματικά».

Η Μαρία αφήνει να εννοηθεί ότι οι μαθητές-Ευαγγελιστές αυθαιρετούσαν γράφοντας την ιστορία εκείνων των χρόνων, θεμελιώνοντας στον κόσμο μια μυθοπλασία για τη ζωή και το τέλος του Χριστού. Πόσο βλάσφημο μπορεί να είναι για τη Χριστιανική Εκκλησία αυτό το κείμενο, επί της ουσίας τώρα και όχι επί του σχήματος ή της εικόνας όπως συνήθως βλέπουμε να συμβαίνει με άλλα έργα;

«Το ίδιο το κείμενο είναι μια μυθοπλασία του Τόιμπιν», λέει η Ασπασία Κράλλη. «Αλλά συγχρόνως κι ένα εξόχως ποιητικό κείμενο. Και να σκεφτείς ότι δεν συμπεριλάβαμε πολλά στοιχεία που θεωρούνται προκλητικά από θεολογικής πλευράς. Το θέμα της πίστης είναι βαθιά προσωπικό, δεν μπαίνει ζήτημα ασέβειας. Εγώ πιστεύω σε εκείνον τον θεό που κατοικεί μέσα μας και στη φύση, πέρα από κάθε θρησκευτικό σύστημα. Εδώ η Μαρία είναι γήινη, μάνα, γυναίκα. Μιλάει για τον άντρα της τον Ιωσήφ, για τους μήνες που περίμενε το παιδί, για το πώς εκείνος μεγαλώνοντας παρασύρθηκε από μια ομάδα περιθωριακών. Κι εδώ υπάρχει το πολιτικοκοινωνικό στοιχείο αν σκεφτούμε ότι το θέμα της επανάστασης υπήρχε τότε, είτε ενάντια στο ιερατείο του Ισραήλ είτε ενάντια στους Ρωμαίους.

»Επίσης σκέφτεται κανείς την πολιτική καταγωγή του συγγραφέα, μεγαλωμένου σ’ ένα σπίτι όπου κατοικούσε η σιωπή, όπως έχει πει ο ίδιος. Μια σιωπή που συντηρούσε όχι μόνο η εσωστρέφεια του καθολικισμού αλλά και η εμπλοκή των δικών του στον IRA. Το κείμενο είναι γοητευτικό, ενδιαφέρον. Οταν ο Δημήτρης Μυλωνάς ανέλαβε το θέατρο, επέμενε να κάνουμε κάτι μαζί. Σκέφτηκα τότε τη “Διαθήκη της Μαρίας”. Το είχα διαβάσει πριν από χρόνια, εξεπλάγην μάλιστα τότε όταν διάβασα πως η Αθηνά Δημητριάδου, που μετέφρασε το βιβλίο για τις εκδόσεις «Ικαρος», αφιερώνει τη μετάφραση στην πεθερά μου την οποία γνώριζε καλά».

Κουράστηκα να παλεύω μόνη μου

Την τελευταία φορά που είδαμε την Ασπασία Κράλλη στη σκηνή ήταν πριν από τέσσερα χρόνια στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, στον «Ρομαντισμό» του Μπροχ σε σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση. Τώρα επιστρέφει στο θέατρο που ίδρυσε η ίδια με τον Χρήστο Βαλαβανίδη, τότε που έγραφε τη δική της ιστορία με το περίφημο Θέατρο της Σιωπής. Η Ασπασία Κράλλη ήταν εκείνη που πρωτοξεκίνησε το 1992 αυτή τη σπουδαία δουλειά με το θέατρο της παντομίμας, διδάσκοντας μάλιστα τη μέθοδο του Μαρσέλ Μαρσό δίπλα στον οποίο είχε θητεύσει. Απόφοιτη της Νομικής Σχολής, βρέθηκε στο Παρίσι με υποτροφία στο δημόσιο διεθνές δίκαιο.

Ομως, το απωθημένο της να γίνει ηθοποιός ξύπνησε και όλα άλλαξαν. Εγκατέλειψε το μεταπτυχιακό της, έκανε οντισιόν στον σπουδαίο μίμο Μαρσέλ Μαρσό κι έγινε μαθήτριά του. Η υποτροφία της διακόπηκε, η μητέρα της σταμάτησε να στέλνει λεφτά, αλλά εκείνη δεν την ένοιαζε τίποτα, ήταν ήδη αλλού. Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ο Αλέξης Μινωτής την κάλεσε να παίξει το «Πράξη χωρίς λόγια» του Σ. Μπέκετ. Και μετά ακολούθησαν οι δικές της παραστάσεις με το Θέατρο της Σιωπής. Η πρώτη της δουλειά στην παντομίμα ήταν στο «Στούντιο Ιλίσια» όπου παίζονταν τρεις Μήδειες: η Αλέκα Κατσέλη με το «Υλικό Μήδειας» του Μίλερ, η Αμαλία Μουτούση με τη «Μήδεια» του Ευριπίδη και η Ασπασία Κράλλη με τη δική της «Μήδεια από σιωπή».

Το «Αναζητώντας τον Οιδίποδα» το 2005 στο «Από Μηχανής Θέατρο» ήταν η τελευταία της παράσταση σ’ αυτό το είδος η οποία επαναλήφθηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αγγλία και την Κίνα. Εκτοτε το Θέατρο της Σιωπής έμεινε ορφανό, η φωνή του σίγησε.

«Η αδυναμία της πολιτείας να καταλάβει και να βοηθήσει με απογοήτευσε. Επειτα από τόσα “όχι” που έχω εισπράξει, ομολογώ πως κουράστηκα να παλεύω μόνη μου. Είχα επισκεφτεί τον Μαρσό στο Παρίσι λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Με ρωτούσε για το θέατρο στην Ελλάδα, ήξερε ότι προσπαθώ με το Θέατρο της Σιωπής πάνω στους αρχαίους μύθους. Θυμάμαι που μου ζήτησε να του δείξω κάτι. Αυτοσχεδίασα παίζοντας τη Μήδεια πάνω σ’ έναν κύβο. Ξετρελάθηκε και μου είπε: «Μην το αφήσεις αυτό, να το κάνεις παράσταση».

Στόχος μου ήταν να δημιουργήσω μια ομάδα που θα συνεχίσει το θέατρο αυτό που αφορά τη μιμική και που οι ρίζες του βρίσκονται στην αρχαία Ελλάδα. Τελευταία ωστόσο αρχίζω να ξανασκέφτομαι τι μπορώ να κάνω. Εχω κάνει αίτηση στην Ελευσίνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 2021 μ’ ένα θέμα πάνω στη Δήμητρα και την Περσεφόνη. Θα δούμε».

Σήμερα η διεύθυνση του «Από Μηχανής Θεάτρου» πέρασε στα χέρια δύο νέων καλλιτεχνών, του Δημήτρη Μυλωνά και της Αννας Ελεφάντη.

«Υστερα από εμάς το θέατρο είχε μια άλλη διαδρομή. Κόπηκαν οι επιχορηγήσεις και οι οικονομικές δυσκολίες μάς ανάγκασαν να νοικιάσουμε το θέατρο. Είχα φτάσει στα όριά μου, με βασάνιζε μέρα και νύχτα η αγωνία τού πώς θα πληρώσω τον κόσμο. Είχα πια συνειδητοποιήσει πως δεν μπορώ να λειτουργώ συγχρόνως ως επιχειρηματίας και ως καλλιτέχνις.

»Οταν ο Νίκος Κούρκουλος μου ζήτησε το θέατρο για την εγκατάσταση του Εθνικού Θεάτρου ώσπου να ολοκληρωθεί η ανακαίνιση του κτιρίου Τσίλερ, δέχτηκα. Το θέατρο είχε μια πολύ ωραία διαδρομή εκείνη την περίοδο. Μετά ακολούθησε άλλος ενοικιαστής όπου ταλαιπωρήθηκα πολύ. Δεν ήθελα πια να νοικιάσω ξανά τον χώρο ως θέατρο. Με έπεισαν ο Δημήτρης Μυλωνάς και η Αννα Ελεφάντη. Καλλιτέχνες αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, αποφάσισαν να ρισκάρουν επενδύοντας σ’ αυτό το δύσκολο πεδίο και μέχρι στιγμής διαχειρίζονται το θέατρο πολύ καλά».

INFO: Από Μηχανής Θέατρο/Πάνω Σκηνή (Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, τηλ.: 210 5232097). «Η Διαθήκη της Μαρίας» του Κολμ Τόιμπιν. Μετάφραση: Κατερίνα Βαλαβανίδη. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Μυλωνάς. Φωτισμοί: Γιώργος Αγιαννίτης. Επιμέλεια κίνησης και χορογραφίες: Χρυσηίς Λιατζιβίρη. Μουσική: Παύλος Κατσιβέλης.