ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο θέατρο «Χώρος» σκηνοθετεί το έργο του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό», ίσως το πιο γνωστό έργο του Ιρλανδού δραματουργού, το οποίο έχει δεχτεί πάμπολλες ερμηνείες και συζητήσεις γύρω από την ταυτότητα αυτού του σημαντικού προσώπου που οι ήρωες το περιμένουν να έρθει.

Ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν ονειρεύονται περιμένοντας κάποιον κύριο Γκοντό. Λίγο παραπέρα κι άλλοι Βλαδίμηροι και Εστραγκόν, παραλλαγές του εαυτού τους… Ολοι κινούνται μέσα σ’ ένα τετράγωνο προκαλώντας την αίσθηση ότι στη θέση τους θα μπορούσαν να είναι κάποιοι άλλοι, οποιοιδήποτε άλλοι, όλοι όσοι έγιναν κατά καιρούς στη ζωή τους, όλοι όσοι θα μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν ποτέ. Ολα τα πρόσωπα και προσωπεία του εαυτού τους. Το δέντρο όμως, το σημείο συνάντησης του πιο διάσημου θεατρικού ραντεβού, δεν υπάρχει πια. Στη θέση του δέντρου έχει μείνει μόνο μια δεσμίδα φωτός.

Το «Περιμένοντας τον Γκοντό», μια «τραγικωμωδία σε δύο πράξεις», όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος ο συγγραφέας του, σκηνοθετεί η Ελενα Μαυρίδου στο θέατρο «Χώρος». Ενα έργο το οποίο από τότε που πρωτοπαρουσιάστηκε στη σκηνή, η υπόθεση αλλά κυρίως αυτός ο μυστηριώδης Γκοντό, που οι δυο ήρωες τον περιμένουν ως σωτήρα, προκάλεσαν δεκάδες ερμηνείες, υποθέσεις, αναλύσεις.

Ο κύριος Γκοντό συνδέθηκε ως σχόλιο και ως παραβολή με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες, τον υπαρξισμό, τον χριστιανισμό, τον μεσσιανισμό, την εικόνα της κατεστραμμένης μεταπολεμικής Ευρώπης. Ο ίδιος ο Ιρλανδός συγγραφέας δέχτηκε μπαράζ ερωτήσεων γύρω από την ταυτότητα του Γκοντό, όμως δεν έδωσε ποτέ κάποια απάντηση, συνιστώντας μεγαλύτερη προσοχή στο «Περιμένοντας» παρά στον «Γκοντό».

«Ολο βρίσκουμε κάτι που μας δίνει την εντύπωση ότι υπάρχουμε». Ο Μπέκετ και σε αυτό το έργο μιλάει με τον δικό του τρόπο για την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης: περιμένοντας να έρθει κάποιος. Κάποιος που ίσως θα σου αλλάξει τη ζωή, κάποιος που θα σε σώσει, κάποιος που θα κάνει να συμβεί κάτι. Και περιμένοντας οι δυο παρίες φλυαρούν, παίζουν, συναντούν κι άλλους ίδιους μ’ αυτούς, τον Λάκι, τον Πότζο με τους οποίους δεν «αναγνωρίζονται».

«Για πάντα θα αναρωτιόμαστε για την ύπαρξη και το νόημα της ζωής του ανθρώπου» λέει η Ελενα Μαυρίδου. «Είναι στη φύση μας. Ο Μπέκετ φιλοσοφεί και την ίδια στιγμή σαρκάζει πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα. Γράφει σε άλλη γλώσσα από τη μητρική του. Παίζει και εκφυλίζει εσκεμμένα τους γραμματικούς κανόνες, τους οποίους γνωρίζει καλά, φέρνοντας ένα σαρκασμό στη γλώσσα του έργου. Οι ήρωές του είναι ποιητές και αλήτες την ίδια στιγμή. Ο άνθρωπος είναι ένας αλήτης, ένας κλοσάρ που πάνω στις πλάτες του εξιλεώνεται το ανθρώπινο είδος».

Ενα ραντεβού που δεν τηρείται, ο Γκοντό δεν έρχεται ποτέ. Μια αναμονή που «οργανώνεται» για να γεμίσει ο χρόνος, για να καλυφθεί η σιωπή;

«Το έργο δεν ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη πραγμάτων. Είναι μια παραβολή. Η δεύτερη πράξη δεν είναι φυσική προέκταση της πρώτης. Είναι ένα καθρέφτισμά της. Οι λέξεις και οι φράσεις, καθώς και οι δράσεις, η είσοδος και η έξοδος του Πότζο και του Λάκι, εγκαθιδρύονται στην πρώτη πράξη για να επανεμφανιστούν ελαφρώς παραλλαγμένες ή και ίδιες στη δεύτερη πράξη. Το μαρτύριο των ηρώων είναι να περιμένουν για πάντα έναν κάποιον κύριο Γκοντό που δεν έρχεται. Ενώ λοιπόν ο χρόνος κινείται μπροστά, μοιάζει να μετακινείται ελάχιστα από τον εαυτό του. Είναι κυκλική η πορεία του. Η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει χρόνος στο έργο είναι λανθασμένη κατά τη γνώμη μου. Ο χρόνος λοιπόν υπάρχει, κινείται και γεμίζει με ανούσια πράγματα που όμως για μας είναι σημαντικά για να συνεχίσουμε να υπάρχουμε».

Και η ανυπαρξία δράσης, η ακινησία;

«Η ακινησία αυτή είναι μεταφορική» λέει η σκηνοθέτρια. «Ο χρόνος και τα κενά στη ζωή μας και στο έργο γεμίζουν με δράσεις, για να γίνει λιγότερο ανυπόφορη η εξής αλήθεια: ότι η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και κανένας Γκοντό δεν θα μας σώσει. Είναι ό,τι πιο αισιόδοξο έχω διαβάσει στη ζωή μου. Κανείς δεν θα μας σώσει λοιπόν, αλλά αξίζει να ζήσουμε αυτή τη ζωή ακόμη κι αν είναι εντελώς άχρηστη».

Αλλά πώς διαμορφώνεται στη σκηνή αυτός ο ανώνυμος χώρος, ο μη τόπος; Η Ελενα Μαυρίδου ήθελε τη σκηνή άδεια. Οριοθετημένη από λίγες ξεφτισμένες ταινίες στο πάτωμα που ορίζουν τον σκηνικό χώρο. Εναν τετράγωνο κενό χώρο. Οσο για την κινησιολογία που έχουν οι ήρωες, είναι το αποτέλεσμα της έρευνας πάνω στην έννοια του άπειρου: επαναλαμβανόμενα μοτίβα κινήσεων.

«Τα πράγματα επαναλαμβάνονται αέναα, παρουσιάζοντας στη σκηνή αρχικά τα σώματα ως άψυχες μαριονέτες, φερέφωνα τα οποία ζωντανεύουν λίγο αργότερα στους χαρακτήρες του έργου. Κατακερματισμένοι ήρωες που μέσα από τη μεγάλη φόρμα της γλώσσας των κλόουν, προσπαθούν να γεμίσουν τα κενά της ύπαρξής μας. Ο χώρος και ο χρόνος στο “Περιμένοντας τον Γκοντό” έχουν για μένα μια κάποια σύνδεση με την έννοια του άπειρου.

»Ολοι οι φυσικοί και οι ερευνητές μιλούν συχνά για το άπειρο και ανέκαθεν προκαλούσε αρκετά προβλήματα στην κατανόηση και τον ορισμό του. Οταν λέμε άπειρο, μιλάμε για κάτι χωρίς τέλος, κάποια “περιοχή” όπου δεν υπάρχει τίποτα. Ως έννοια έχει απασχολήσει πάρα πολύ τους φυσικούς, θεωρητικούς, τη λογοτεχνία και πολλές ομάδες ανθρώπων των επιστημών και των τεχνών. Η μόνη ομάδα που βιώνει τρομερό άγχος μ’ αυτό το ερώτημα είναι η οργανωμένη θρησκεία που θέλει να δώσει αυστηρά πλαίσια στις ιδέες της».

Για τον Μπέκετ ο τόνος, ο ρυθμός, μετρούσε περισσότερο από τους χαρακτήρες και το ψυχολογικό βάθος. Η σκηνοθέτρια για να κατασκευάσει μια γλώσσα για το σύμπαν που οραματιζόταν μελέτησε πολύ τις δύο πράξεις σε ομοιότητες και διαφορές.

«Δημιούργησα επαναλαμβανόμενα κινησιολογικά μοτίβα. Δεν ήθελα να υπάρχει καμία κατασκευή σκηνικού παρά μόνο να ορίσω τον σκηνικό χώρο αυστηρά σε ένα τετράγωνο. Το φως αντικαθιστά το δέντρο. Η σκηνοθεσία δημιουργεί έναν πολλαπλασιασμό στον αρχικό πυρήνα του έργου -διπλοί Βλαδίμηροι και Εστραγκόν κι ένας μηχανισμός που πολλαπλασιάζει ακόμη και την ίδια την ιδέα του Γκοντό, και αυτή με τη σειρά της μετά πολλαπλασιάζει τον εαυτό της. Με βασανίζει αρκετά το ερώτημα: μήπως τελικά όλα είναι ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο;»

Το μαύρο χιούμορ, το γέλιο πώς προκύπτει μέσα απ’ αυτή την ιλαροτραγωδία; Ο συγγραφέας πίστευε ότι το «πικρό, κενό, σκοτεινό γέλιο είναι το γέλιο που γελά με τη δυστυχία».

«Ο Μπέκετ δανείζεται χαρακτήρες από την κωμωδία και αφαιρεί την τραγική ειρωνεία από την τραγωδία δημιουργώντας ένα δικό του είδος. Δημιουργεί ένα πεδίο που αφήνει τον θεατή μετέωρο ως προς τη θέση στην οποία βρίσκεται στο τέλος. Εχει την αίσθηση πως ούτε ο ίδιος ξέρει τι γίνεται, παρόλο που μετά από τόσα χρόνια ξέρουμε όλοι ότι δεν αλλάζουν και πολλά στη δεύτερη πράξη. Η αίσθηση κενού παραμένει δυνατή. Κατά τη διάρκεια όμως του έργου δανείζεται ξεκάθαρα χαρακτήρες από το τσίρκο. Παραδοσιακά οι χαρακτήρες στις πρώτες παραστάσεις ήταν άνθρωποι του τσίρκου. Κλόουν είναι στη δική μου σκηνοθεσία. Με τα καμώματά τους και τις κωμικές καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται προκαλούν άφθονο γέλιο. Η πίκρα μετά γίνεται μεγαλύτερη. Σαν να τρως ελιές από κόλλυβα μαζί με θρούμπες…».

• Στην εποχή της τεχνολογίας ο Εστραγκόν και ο Βλαντίμιρ έχουν άραγε δυνατότητα συνομιλίας με τη σημερινή γενιά του διαδικτύου;

Το διαδίκτυο, όπως και οποιαδήποτε ανακάλυψη και δραστηριότητα των ανθρώπων ανεξαρτήτως εποχής, θα αποτελούσε για τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν ακόμη ένα απ’ τα “καμώματά” τους για να περάσει η ώρα. Ενας νέος άνθρωπος μπορεί να έρθει σε επαφή με αυτό στο έργο, γιατί ο άνθρωπος αποτελείται από κύτταρα και αίμα. Δεν είναι ρομπότ. Βαθιά επιθυμία όλων μας είναι να επικοινωνούμε με το σώμα και το πνεύμα μας, να βρισκόμαστε σε ισορροπία. Ανεξάρτητα από τις φόρμες επικοινωνίας που αναπτύσσει κάθε εποχή

INFO: Θέατρο Χώρος (Πραβίου 6, Βοτανικός, τηλ.: 210-3426736). «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ. Σκηνοθεσία – δραματουργία – ιδέα σκηνικού χώρου: Ελενα Μαυρίδου. Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου. Κοστούμια – μάσκες – επιμέλεια σκηνικού: Ιωάννα Πλέσσα. Μουσική σύνθεση – σχεδιασμός ήχου: Γιώργος Μαυρίδης. Σχεδιασμός φωτισμών: Περικλής Μαθιέλλης. Training workshop: Δήμητρα Κούζα. Παίζουν: Νατάσα Εξηνταβελώνη, Ανδρέας Κανελλόπουλος, Γιάννης Καράμπαμπας, Γιώργος Κατσής, Κίμων Κουρής, Γιάννης Λεάκος. Παραστάσεις: Δευτέρα-Τρίτη στις 21.00