ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τέτοια χαρά έκανε που χιόνισε στην πόλη που σηκώθηκε πρωί πρωί, έβαλε σκούφο, γάντια, δυο στρώσεις μάλλινα και βγήκε στο κοντινό παρκάκι. Λαχταρούσε να το πατήσει, να το πιάσει. Είχε χρόνια να χιονίσει. Κάποτε, στο βουνό Παγγαίο που ήταν πάνω από τον τόπο της, το χιόνι ερχόταν τον Νοέμβρη κι έμενε μέχρι τον Μάρτη.

Δεν ξέρει αν είναι ακόμη έτσι. Εχει χρόνια να πάει. Ολοι έλεγαν τότε: «Ηρθε το άσπρο το κακό». Τους δυσκόλευε τη ζωή. Κι έτσι ήταν, για να λέμε και την αλήθεια. Ο πατέρας της δεν δούλευε κι η μάνα της ήταν μες στα νεύρα γιατί ήταν κλεισμένη στο σπίτι. Ωστόσο για εκείνη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Την άφηνε έκθαμβη η ομορφιά του βουνού.

Ενα ολόλευκο πέπλο σκέπαζε τα πάντα μετατρέποντας το τοπίο σε ένα μέρος μυστηριακό που έδινε στα παιχνίδια τους κάτι από τη μαγεία των παραμυθιών. Σε εκείνο το τοπίο είχε δώσει το πρώτο της φιλί, πώς να το ξεχάσει; Ελιωσαν οι πάγοι από το αναψοκοκκίνισμα. Σε εκείνο το τοπίο τη δάγκωσε και ένα φίδι. Πώς να το ξεχάσει επίσης! Εγινε θρύλος στην παρέα της αλλά έμεινε στο κρεβάτι μια βδομάδα.

Οταν οι γονείς της αποφάσισαν να αφήσουν το χωριό «για το καλό των παιδιών», εκείνη και τα μικρότερα αδέρφια της καθόλου δεν το καταλάβαιναν το καλό αυτό, αλλά δεν τους έπεφτε και λόγος για να διαμαρτυρηθούν. Τον πρώτο χειμώνα στη μεγάλη πόλη έβρεχε πολύ μα δεν έπεσε ούτε μια άσπρη νιφάδα. Το διαμέρισμά τους είχε ένα μικρό μπαλκόνι και εκείνη έβγαινε συχνά και κοιτούσε τον ουρανό. Επειτα από τρεις χειμώνες χιόνισε λιγάκι μα δεν ήταν σαν το χιόνι του βουνού. Ηταν γκρίζο, λερωμένο. Και κράτησε λίγο. Ελιωσε με το πρώτο φως της μέρας. Ο πατέρας της σαν να καταλάβαινε λίγο τη στεναχώρια της τη φώναζε κοντά κι έπιανε το τραγούδι:

Να ‘χεν η γης πατήματα κι ο ουρανός κερκέλια/να πάθιουν τα πατήματα να πιάνα τα κερκέλια/ν’ ανέβαινα στον ουρανό να διπλωθώ να κάτσω/να δώσω σείσμα τ’ ουρανού να βγάλει μαύρα νέφη/ να βρέξει χιόνι και νερό κι ατίμητο χρυσάφι/το χιόνι να ρίξει στα βουνά και το νερό στους κάμπους/στην πόρτα της πολυαγαπώς τ’ ατίμητο χρυσάφι…

Κι ύστερα της έδινε ένα φιλί και της έλεγε: «Αντε βρε πολυαγαπώ μου, τι το θες το μαύρο χιόνι;». Τώρα που κοντεύει τα εβδομήντα και τα πόδια της πατούν το χιόνι της μεγάλης πόλης, σκέφτεται ότι άλλοι βλέπουν το χιόνι άσπρο και άλλοι μαύρο. Εκείνη θα το βλέπει πάντα λευκό και αθώο, σαν το πρώτο φιλί. Κι ας την πονάει ακόμα καμιά φορά το τσίμπημα από το φίδι.