ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Πέπη Ρηγοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εβρεχε το Σάββατο καθώς κατεβαίναμε από τους Λιγκιάδες για να πάμε στα Γιάννενα, όπου γινόταν το συνέδριο «Αντίσταση, Ολοκαυτώματα και Λογοτεχνία», που οργανώθηκε από το Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, το Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης των Οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα, την Εταιρεία Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου και την Περιφέρεια Ηπείρου.

Είχαμε πριν ακουμπήσει στο μνημείο για τη σφαγή των κατοίκων από τους ναζί λίγα λουλουδιασμένα κλαράκια που κόψαμε από φυτά που μέσα στην ομίχλη επιμένουν. Με κόπο διακρίναμε το όνομα του γλύπτη, χαραγμένο σε μια γωνιά, σαν να ’θελε να το κρύψει, να γίνει ελάχιστο μπροστά στο μέγεθος του πόνου και της φρίκης που είχαν υποστεί οι ογδόντα αυτοί άνθρωποι, ανάμεσά τους βρέφη, γέροντες, γυναίκες.

Το μοναδικό πλάσμα που σώθηκε, ένα βρέφος βαριά πληγωμένο, δίπλα στη σφαγμένη μάνα του, ήρθε, μεγάλος πια, να μας μιλήσει. Τέλειωσε τα λιγοστά, λιτά λόγια του λέγοντας: «Δεν έχω τι άλλο να πω. Τα ξέρετε». Τα ξέραμε όντως: Ηταν τότε ενός έτους. Στην αγκαλιά της μάνας του. Αιμορραγούσε, αφού η ξιφολόγχη είχε ανοίξει μια εγκάρσια πληγή πίσω στην πλάτη, πάνω από τη μέση του. Σαν να ήθελαν να τον κόψουν στα δύο.

Ακουσαν ύστερα από ώρες το κλάμα του κάποιοι που έφτασαν στο χωριό να τους θάψουν. Ετσι σώθηκε. Βρέθηκε το 2014 με το πανό του Εθνικού Συμβουλίου για τις γερμανικές οφειλές που ζητούσε δικαιοσύνη και αποζημιώσεις στην επίσκεψη του τότε προέδρου της Γερμανίας, Γκάουκ, στην περιοχή.

Στο διάλειμμα του συνεδρίου, η Μαρία και ο Γιάννης με πήραν μαζί τους στο Νεκρομαντείο. Ηταν περασμένο μεσημέρι. Η βροχή ξαφνικά είχε σταματήσει. Μπήκαμε στον άδειο χώρο. Οι αποχρώσεις του γκρι στον ουρανό και τα πίσω βουνά συναντούσαν αυτές του πράσινου στη βλάστηση. Και ανάμεσα στα δύο χρώματα, αυτό της πέτρας, που βρίσκεται αιώνες εκεί.

Το πότε και το πώς δεν το ήξερα και δεν ήθελα να το μάθω. Αυτά τα μαθαίνεις μετά και τα κατατάσσεις σε ένα ακόμα ντοσιέ της μνήμης. Εκείνα τα λίγα λεπτά που μείναμε εκεί ήταν σαν να μπαίναμε σε ένα άλλον κόσμο. Σ’ αυτόν που μαθαίνουμε ότι έφτασε ο Νάρκισσος χωρίς να μπορεί να πάψει να βλέπει το είδωλό του στα νερά που τον οδηγούσαν στα υποχθόνια ανάκτορα της Περσεφόνης.

Ή ακόμα στον άλλο του Οδυσσέα, όταν στη Νέκυια καλεί τις ψυχές, να του δείξουν έναν δρόμο επιστροφής. Σ’ αυτή την επιστροφή, τον νόστο, οι δύο κόσμοι, των ζώντων και των τεθνεώτων, συνεργάζονται. Τα είδωλα από τους Λιγκιάδες, οι αδικοσκοτωμένοι, ζητούν δικαιοσύνη.