Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιστορική πανωλεθρία την οποία υπέστη χθες το βράδυ στη Βουλή η Τερέζα Μέι καθώς απορρίφθηκε με συντριπτική πλειοψηφία το σχέδιό της για το Brexit, συνιστά την κυρίαρχη είδηση στο σύνολο σχεδόν τους διεθνούς Tύπου. Άλλα θέματα που ξεχωρίζουν είναι, η σημαντική επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας, η κηδεία του δολοφονημένου δημάρχου του Γκντανσκ που έχει προκαλέσει πανεθνική συγκίνηση στους Πολωνούς, καθώς και το κάλεσμα Τραμπ μπρος τους δημοσίους υπαλλήλους να εργαστούν χωρίς να πληρωθούν, ενώ ολοκληρώνεται σύντομα ένας μήνας όπου οι δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν μερικώς κλειστές, λόγω της επιμονής του Τραμπ να μην εγκρίνει τον προϋπολογισμό, εάν δεν περιληφθεί σε αυτόν η οικοδόμηση του τείχους στη μεθόριο με το Μεξικό.

Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στον τίτλο τους: «Η Μέι δεινοπαθεί από την ιστορική ήττα» και στο κύριο άρθρο η εφημερίδα τονίζει ότι η Τερέζα Μέι δέχεται αφόρητες πιέσεις να καθυστερήσει το Brexit, καθώς χθες το βράδυ υπέστη τη μεγαλύτερη ήττα της στην πολιτική ιστορία της Βρετανίας. Προσθέτει δε ότι με 72 ημέρες να απομένουν πριν αποχωρήσει η Βρετανία από την Ε.Ε. οι βουλευτές των Εργατικών ζητούν από την κ. Μέι να ενεργοποιήσει το άρθρο 50, ώστε να κερδίσει χρόνο με απώτερο στόχο την επίτευξη μιας νέας συμφωνίας.

Από την πλευρά της η Daily Telegraph σχολιάζει: «Αυτό που επί της αρχής δεν αντελήφθη η κ. Μέι είναι ότι για να υλοποιήσεις το δημοψήφισμα πρέπει να “τα σπάσεις” με την Ευρώπη. Αυτό απαιτεί να πάρεις το μέρος της μιας πλευράς και να προσπαθήσεις να την εκπροσωπήσεις όσο το δυνατόν καλύτερα. Η προσπάθειά της να ικανοποιήσει τους πάντες, συμπεριλαμβανομένων των Βρυξελλών, δεν ικανοποίησε εν τέλει κανέναν. Το εύρος της ήττας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές».

Ο Independent επισημαίνει ότι «σύντομα η κυρίαρχη απόφαση για το Brexit θα επιστρέψει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στους ψηφοφόρους. Όλοι όσοι ψήφισαν το 2016 μπορούν να ξαναψηφίσουν. Μπορούν να ψηφίσουν ξανά υπέρ του Brexit, εφόσον το επιθυμούν. Μπορούν όμως να καταλήξουν και στο συμπέρασμα ότι το Brexit δεν είναι τελικά ο εύκολα υλοποιήσιμος παράδεισος των ευκαιριών που κάποτε τούς παρουσιάστηκε».

Ανασκόπηση διεθνούς Τύπου 16.01.2019

Στη Γερμανία οι εφημερίδες φιλοξενούν πληθώρα σχολίων για το «όχι» των Bρετανών βουλευτών. Έτσι η εφημερίδα Hannoversche Allgemeine Zeitung γράφει, μεταξύ άλλων: «Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς πολύ πίσω για να θυμηθεί τέτοιον εξευτελισμό Bρετανού πρωθυπουργού από βουλευτές. Εάν οι άγραφοι κανόνες της δημοκρατίας σημαίνουν ακόμη κάτι, τότε η Μέι θα έπρεπε να φύγει άμεσα. Αλλά τι ισχύει ακόμη αυτές τις μέρες στη Μεγάλη Βρετανία; Εδώ και καιρό η πολιτική τάξη στο Λονδίνο φαίνεται όλο και περισσότερο διατεθειμένη να επιτρέπει τη γελοιοποίηση του έθνους. Η Μέι είχε δίκιο όταν αμέσως μετά την ψηφοφορία επισήμανε ότι το κοινοβούλιο είπε τι δεν θέλει, χωρίς όμως να έχει εναλλακτικό σχέδιο».

Η Stuttgarter Zeitung υπογραμμίζει ότι απαιτείται περισσή σύνεση για να ξεπεραστεί η μεγάλη αυτή κρίση, καθώς «όλο το προηγούμενο διάστημα δημιουργήθηκαν επικίνδυνα μέτωπα, τόσο εντός της Βουλής, όσο και σε όλη τη χώρα. Το σημαντικότερο τώρα είναι να συγκροτηθεί μια σαφής πλειοψηφία που θα αποτρέψει την καταστροφή της μη συμφωνίας. Αυτό θα ήταν το πρώτο βήμα. Αντ’ αυτού όμως θα πρέπει να αναμένονται νέες σοβαρές αναταράξεις. Σε μια περίοδο όπου δεν υπάρχουν πολιτικές συναινέσεις, αλλά ούτε και μια λειτουργική κυβέρνηση, το μόνο που μπορεί να ελπίζει κανείς είναι ότι η βρετανική πολιτική θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων».

Η Badische Neueste Nachrichten τονίζει ότι: «Η ψηφοφορία για την έξοδο από την Ε.Ε. ήταν το προπατορικό αμάρτημα των Βρετανών που χώρισε τη χώρα σε δυο στρατόπεδα. Το χειρότερο είναι ότι ουδεμία στιγμή το πολιτικό κατεστημένο δεν κατάφερε να βρει τρόπους συμφιλίωσης και συμβιβασμούς. Οι εκλογές δεν είναι παιχνίδι. Όποιος νομίζει ότι με την ψήφο του μπορεί να τα πει ένα χεράκι “σε αυτούς εκεί πάνω”, ας διδαχθεί από το βρετανικό παράδειγμα τις πιθανές συνέπειες. Για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι ζωτικής σημασίας να κάθονται στα κοινοβούλια οι καλύτεροι πολίτες. Και όχι οι πιο φωνακλάδες. Για τους Βρετανούς όμως η διαπίστωση αυτή ήρθε πολύ αργά».

Τι θα γινόταν εάν οι Βρετανοί παρέμεναν στην Ε.Ε.; διερωτάται από την πλευρά της Rheinische Post.

«Η προοπτική να κρατήσει κανείς μια τόσο σημαντική χώρα όπως τη Μεγάλη Βρετανία στην Ε.Ε. είναι φυσικά ελκυστική. Αλλά τι χώρα θα ήταν αυτή; Η πρωτοφανής σκληρότητα των εσωτερικών διενέξεων θα έφερνε στην υπόλοιπη Ευρώπη έναν λαβωμένο εταίρο που θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο να ενσωματωθεί απ’ ό,τι παλαιότερα. Μια εσωπολιτικά τόσο διχασμένη και πολιτικά παράλυτη Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστια ζημιά στην ΕΕ. Γι΄ αυτό θα ήταν καλύτερο και για τις δυο πλευρές εάν οι Βρετανοί προχωρούσαν όντως στην αποχώρηση. Εάν μετά από μερικά χρόνια αντιληφθούν ότι η Ε.Ε. δεν ήταν εν τέλει η επίγεια κόλαση, τότε θα μπορούσαν ευχαρίστως να ξαναγυρίσουν».

Στη Γαλλία, η Le Monde έχει τίτλο: «Η Γερμανία στο ρελαντί, η Ευρώπη σε βλάβη» και στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει, ότι ο ρυθμός ανάπτυξης στη Γερμανία τη χρονιά που πέρασε έπεσε από το 2,2% στο 1,5%, σύμφωνα με τις επίσημες κρατικές ανακοινώσεις, ενώ η βιομηχανική παραγωγή σημείωσε πτώση 1,7%, μια πτώση η οποία επηρέασε την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία που είδαν επίσης τα ποσοστά της ανάπτυξής τους να μειώνονται, αν και σε μικρότερο βαθμό από τη Γερμανία. Όσο για την ανεργία στην Γερμανία παραμένει σε χαμηλό δεκαετίας. 

Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα έχει τίτλο: «Το Γκντάνσκ κλαίει για τον δολοφονηθέντα δήμαρχό του» και στο κύριο άρθρο επισημαίνει ότι η δολοφονία του Πάβελ Αντάμοβιτς έχει προκαλέσει ένα κύμα συγκίνησης σε ολόκληρη την Πολωνία, με την αντιπολίτευση να καταγγέλλει το κλίμα μίσους το οποίο συντηρεί το κυβερνών κόμμα.

Ανασκόπηση διεθνούς Τύπου 16.01.2019

Στις ΗΠΑ τέλος η Washington Post γράφει στον πρωτοσέλιδό της: «Η κυβέρνηση καλεί πίσω (στη δουλειά) σχεδόν 50.000 δημοσίους υπαλλήλους».

Στο κύριο άρθρο η εφημερίδα τονίζει ότι η κυβέρνηση Τραμπ κάλεσε χθες δεκάδες χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους να επιστρέψουν στις δουλειές τους και μάλιστα απλήρωτοι.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται εργαζόμενοι σε υπουργεία, σε εφορίες και σε υπηρεσίες για την ασφάλεια των  τροφίμων. Οι περίπου 50.000 υπάλληλοι είναι ένα μικρό μέρος από τις 800.000 συναδέλφους τους, οι οποίοι παρέμεναν απλήρωτοι για 27η ημέρα σήμερα.