Κοιτάζοντας προχθές το εορτολόγιο, διαπίστωσα ότι, εκτός από τον Σάββα και τη Σαββούλα, γιόρταζε και ο Διογένης. Ευχήθηκα τηλεφωνικώς στον εκ Γαλατσίου ορμώμενο φίλο από τα σχολικά χρόνια, του οποίου την τιμητική είχε τόσο το βαφτιστικό όσο και το επώνυμο. Διογένη, ωστόσο, δεν έχω καταχωρισμένο ούτε στις επαφές του κινητού ούτε στα γαζετατζίδικα τεφτέρια μου. Αίφνης ο νους μου στροβιλίστηκε στη μηχανή του χρόνου, για να επανέλθει στα ίσα του κάπου στον τέταρτο π.Χ. αιώνα, ανατρέχοντας στον γνωστό Διογένη, τον αρχαίο. Ξετρύπωσα από τα μέσα ράφια της βιβλιοθήκης μου τομίδιο των εκδόσεων «Επίκουρος» (1989) με ιστορίες του κυνικού φιλοσόφου, σε επιμέλεια Γιώργου Βαμβαλή.
Υπενθυμίζω ορισμένες, σαν πρωθύστερα χρόνια πολλά, για τα οποία δεν έχει την παραμικρή ανάγκη, καθώς 2.331 συναπτά έτη από τον θάνατό του το φανάρι του φωτίζει ως προβολέας την ιστορική μνήμη. Μιας και αναφερθήκαμε στις Σαββατιανές και τα αττικά σαββατιανά, τον ρώτησαν κάποτε ποιο κρασί του αρέσει. «Το αλλότριον» αποκρίθηκε, δηλαδή των άλλων, το ξένο. Ο ίδιος, βεβαίως, δεν κατείχε αμπέλια, αλλά και να ’χε, ήταν αρκετά τεμπελάκος για να τα καλλιεργεί. Είδε κάποια μέρα τον Διδύμωνα, γιατρό με φήμη αμετάπειστου ερωτύλου, να εξετάζει το μάτι νεαρής γυναίκας. «Ορα μη τον οφθαλμόν της παρθένου ιατρεύων την κόρην φθείρης» του πέταξε, που πά ‘να πει: πρόσεξε μήπως, αντί να τη θεραπεύσεις, τη διαφθείρεις.
Ωραιοτάτη εταίρα η Φρύνη, είχε αφιερώσει ολόχρυσο άγαλμα της Αφροδίτης στους Δελφούς. Εφτασε ώς εκεί η χάρη του Διογένη και, βλέποντάς το, χάραξε στη βάση του το ακόλουθο: «Της των Ελλήνων ακρασίας», τουτέστιν από την ακράτεια Αχαιών, Δαναών και Ιώνων. Αποτυχημένος παλαιστής, εγκατέλειψε τα κονιστήρια, για να αφοσιωθεί στην ιατρική. «Τι τούτο; ή ίνα τους ποτέ σε νικήσαντας νυν καταβάλης», τον κατακεραύνωσε ο εορτάζων. Σε ελεύθερη απόδοση: γιατί το κάνεις τώρα αυτό μάγκα μου, μήπως για να εκδικηθείς όλους όσοι σε νικούσαν πριν;
Νουνεχής παρατηρητής, καθότι γέροντας πια για να πολεμήσει, παρακολουθούσε τη μάχη της Χαιρώνειας από παρακείμενο λόφο. Μακεδόνες στρατιώτες τον συνέλαβαν και, υπό την απειλή σαρισών, τον οδήγησαν ενώπιον του Φιλίππου. «Τι είσαι εσύ;», παραξενεύτηκε ο στρατηλάτης από την εν γένει εμφάνιση του ομήρου. «Κατάσκοπος της σης απληστίας» του ’δωσε πληρωμένη απάντηση ο κρατούμενος, όπερ: «Μάρτυρας της απληστίας σου». Αλλος πάλι θαύμαζε τα μαλαματικά σε ιερό της Σαμοθράκης, ταμένα από τυχερούς που γλίτωσαν από δεινούς κινδύνους. «Δες το πλήθος τους», επαναλάμβανε με θρησκευτικό δέος. Ο Κύων τον επανέφερε στην κοινή λογική με την εξής αφοπλιστική ατάκα: «Πολλώ αν είη πλείω ει και οι μη σωθέντες ανετίθεσαν», που σημαίνει «φαντάσου πόσο περισσότερα θα ήταν, αν έκαναν αφιερώματα κι εκείνοι που δεν σώθηκαν».
