Χωματόδρομος. Αλσος Πανεπιστημιούπολης. Τα αυτοκίνητα των εργαζόμενων στο Πανεπιστήμιο παρκάρουν καταχρηστικά· πάρκινγκ υπάρχει, αλλά γύρω στα πέντε λεπτά ποδαρόδρομος. Βάδιζα αριστερά. Δεν ήθελα ούτε δέκα μέτρα να βγω από βεληνεκές αυτοκινήτου που ακολουθούσε αθόρυβα.
Το αντιλήφθηκα όταν με προσπέρασε από δεξιά και αμέσως έκοψε αριστερά, να παρκάρει. Αν με άφηνε να προχωρήσω και να παρκάρει μετά, θα «αργούσε» πέντε δευτερόλεπτα. Οδηγούσε γυναίκα, νέα δυστυχώς. Από τους οδηγούς που θεωρώ «μεταλλαγμένους»: νομίζουν ότι γεννήθηκαν σε αυτοκίνητο και εκεί θα πεθάνουν· δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο, ούτε άνθρωπος ούτε μηχανή ούτε γάτα, πέρα από το «αυτοκινητάκι» τους.
Ανηφόριζε εκείνη τη στιγμή ο εξαίρετος κύριος Εψιλον. Περασμένα τα ογδόντα, ευσταλής, ομορφάντρας στα νιάτα του, ευγενής, ανηφορίζει κάθε πρωί στην Καλοπούλα. Και κάθεται. «Οσο θέλω!», μου είπε προ καιρού όταν τον ρώτησα. «Τι να κάνω στο σπίτι… Η γυναίκα είναι όλο φέρε το ’να, φέρε τ’ άλλο!» πρόσθεσε αστειευόμενος.
Του είπα αυτό που μόλις μου είχε συμβεί. Μου είπε, για το ίδιο κτίριο, που μπροστά του παρκάρισε η «βιαστική» οδηγός, ότι το καλοκαίρι, μεσημέρι, είδε «Φωταψίες. Ολα τα φώτα αναμμένα, μέσα-έξω! Δεν άντεξα. Είμαι τζαναμπέτης, ξέρεις! Αμα μου τη βαρέσει, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μπήκα μέσα. Βρήκα κάποιον. “Γιατί οι φωταψίες μεσημεριάτικα;”, ρώτησα. “Ποιος είστε;” ρώτησε με θράσος. “Είμαι συνταξιούχος που τον ξεσκίσανε στους φόρους και του κόψανε τη σύνταξη! Εάν και αύριο δω φώτα αναμμένα, να ξέρεις ότι το θέμα θα πάρει διάσταση!” Καλά δεν έκανα;». «Πολύ καλά! Μακάρι να είχαμε κι άλλους τέτοιους τζαναμπέτες!» (δύστροποι, στριμμένοι, στα τούρκικα), απάντησα.
Για την ιστορία (και τη θυμηδία) το φωταγωγημένο καταμεσήμερο «κατάστημα» είναι το Κέντρο Ενεργειακής Πολιτικής και Ανάπτυξης. Ούτε «στημένο» να το είχα…
