Ενόψει πολιτικών γεγονότων και εξελίξεων άφησα στη μέση προχθές («Εκεί που φτιάχνεται η γλώσσα μας») κάποιες συνταγές μαγειρικής. Είπα σήμερα να επανέλθω, εν αναμονή, περί τα μεσάνυχτα, της ψηφοφορίας περί εμπιστοσύνης (που ο πρωθυπουργός, για δικούς του λόγους, μετέτρεψε σε δυσπιστίας). Αφησα δηλαδή τη μαγειρική της κουζίνας για τα μαγειρέματα της πολιτικής.
Που όμως, τέτοιες ώρες αμφίρροπων ισορροπιών και πλειοψηφιών, γίνονται ακόμα και «Απειλές και εκβιασμοί» (πρωτοσέλιδο στη χθεσινή «Εφ.Συν.») εναντίον βουλευτών που η ψήφος τους θεωρείται κρίσιμη.
Εχουμε καεί βέβαια με τον χυλό της (τότε) αποστασίας και (έκτοτε) φυσάμε και το γιαούρτι κάθε σπερμολογίας (και πολύ καλά κάνουμε· δεν παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα).
Αλλά εντελώς συμπτωματικά (δεν έστησα παιχνίδι δηλαδή, όπως λέγεται αυτές τις μέρες…), θέλοντας να τελειώσω με όσπρια παρελθόντων ετών, ώστε να τα φρεσκάρω, ξεκίνησα (εντελώς συμπτωματικά, επαναλαμβάνω) με φασόλια… Πρεσπών, εσοδείας 2015!
Τα μούλιασα αποβραδίς. Τα έβαλα να βράσουν το πρωί, πρώτα σε δυνατή και μετά σε μέτρια φωτιά (στο 5). Μόνα τους, μόνο με κρεμμύδι και καρότα. Ούτε λάδι ούτε αλατοπίπερο.
Αν δεν έβραζαν, θα πετούσα μόνο τα φασόλια, όχι και άλλα υλικά. Ε, λοιπόν, έβρασαν μια χαρά σε τρεις ώρες, πρόσθεσα και τα υπόλοιπα υλικά, χύλωσαν περίφημα και τα απήλαυσα, με ελιές και τουρσί.
Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι πως η μαγειρική (όπως και η πολιτική) κρίνεται εκ του αποτελέσματος.
Αν τα δικά σου φασόλια είναι βραστερά, γευματίζεις από δικό σου μαγείρεμα. Αν δεν είναι βραστερά, γευματίζεις με πιτόγυρο από σουβλατζίδικο που σου το φέρνει στο σπίτι ο ντελιβεράς.
Επίσης, αν τα φασόλια είναι καλής ποιότητας, βράζουν όσων χρόνων και αν είναι. Και μη συγκρίνουμε αντίστοιχες οσμές, από φασόλια και πολιτική…
