Σε εντατικές προετοιμασίες για τις ευρωπαϊκές εκλογές εισήλθαν τα κόμματα στην Κύπρο. Κατά τον Ιανουάριο καταρτίζουν ψηφοδέλτια για τις 6 έδρες ευρωβουλευτών. Οι δημοσκοπήσεις παρουσιάζουν ενδιαφέρον, καθώς με βάση το τελευταίο ευρωβαρόμετρο (Σεπτέμβριος/Οκτώβριος) το κυβερνητικό κόμμα του προέδρου Ν. Αναστασιάδη, το ΔΗΣΥ, εμφανίζεται με διαφορά πρώτο κόμμα (40%, σίγουρα 2 ίσως και 3 έδρες), το αριστερό ΑΚΕΛ αντιμετωπίζει προβλήματα (26%, αλλά διατηρεί τις 2 έδρες), ενώ το ΔΗΚΟ του Ν. Παπαδόπουλου σταθεροποιείται με άνοδο (16,4% και 1 έδρα).
Σε περίπτωση που ο ΔΗΣΥ δεν ακουμπήσει ποσοστά-ρεκόρ για να εξασφαλίσει και 3η έδρα, αυτή θα καταληφθεί αυτή τη φορά όχι από την ΕΔΕΚ αλλά από το ΕΛΑΜ, παράρτημα της Χρυσής Αυγής, που φαίνεται να σκαρφαλώνει στο 6,1%. Τα υπόλοιπα κόμματα αντιμετωπίζουν πλέον υπαρξιακό πρόβλημα. Η ΕΔΕΚ συνεχώς φθίνει (4%), οι Οικολόγοι λαθροβιούν για χρόνια, ενώ σβήνουν εντελώς προσωποπαγή εθνικιστικά κόμματα (Λιλλήκας, Θεοχάρους), που απορροφώνται κυρίως από το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ.
Η εκλογική αυτή αποτύπωση συνιστά στροφή προς τη συντηρητική λαϊκή Δεξιά, παράλληλα με την πιο διακριτή παρουσία της φασιστικής δεξιάς του ΕΛΑΜ. Σε αυτό συντείνουν πολλοί παράγοντες, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν οι ακόλουθοι:
Το άλυτο Κυπριακό
Η κατάσταση μη επίλυσης του Κυπριακού τείνει να καταστεί μόνιμος τροφοδότης του ιδιότυπου ελληνοκυπριακού εθνικισμού. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης ηγείται καθημερινής ρητορικής που σε διάφορες αποχρώσεις συγκρίνεται μόνο με την ακραία πολιτική του προκατόχου του, Τ. Παπαδόπουλου.
Την «ασυμβίβαστη» γραμμή του προέδρου επικουρεί σταθερά ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος ο Β’, ο οποίος στο παρελθόν τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της διχοτόμησης. Σε αυτό το κλίμα, το ΔΗΚΟ του Νικόλα Παπαδόπουλου βρίσκει ζωτικό χώρο, εμφανίζει άνοδο και μετατρέπεται ξανά σε τρίτο κόμμα-ρυθμιστής, παρά την πρόσφατη ήττα του στις προεδρικές εκλογές (2018).
Οικονομία και διαπλοκή
Ο ΔΗΣΥ διατηρεί ισχυρό εκλογικό προβάδισμα γιατί ευνοείται συνεχώς από τον θετικό κύκλο της μικρής κυπριακής οικονομίας. Μετά την καταβαράθρωση της οικονομίας το 2013, ο ΔΗΣΥ δεν βρίσκει αξιόλογη αντιπολίτευση και πιστώνεται τα εύσημα ως σταθεροποιητικός παράγοντας. Τα δημόσια ταμεία σημειώνουν πρωτοφανή πλεονάσματα, κυρίως από την ανανεωμένη εισπρακτική απόδοση του τομέα των ακινήτων, την πολιτική μαζικής χορήγησης «χρυσών» (ευρωπαϊκών) διαβατηρίων και την ολική ανάκαμψη της κατανάλωσης.
Ωστόσο, όλοι γνωρίζουν –και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχώς προειδοποιεί– ότι το «μικρό θαύμα» δεν στηρίζεται σε βιώσιμους και μακροπρόθεσμους δείκτες. Στηρίζεται σε μια αλυσίδα οικονομικών δραστηριοτήτων στενά συνδεδεμένη με πολιτικές προσταγές της εξουσίας, το αναζωογονημένο πελατειακό σύστημα και τη διαπλοκή συμφερόντων μερικών δεκάδων ισχυρών οικογενειών, εργολάβων, δικηγορικών και ελεγκτικών γραφείων.
Ο ΔΗΣΥ διατείνεται ότι πολιτεύεται με μεταρρυθμιστικό πνεύμα, ενώ στην πράξη όλα βρίσκονται σε αναστολή. Από όσα συμβαίνουν, ελάχιστα έχουν σχέση με τη φιλελεύθερη οικονομία ή ανταποκρίνονται στους κανόνες της αγοράς.
Το ΑΚΕΛ υπό πίεση
Με την επανεκλογή του ο πρόεδρος Αναστασιάδης πήρε τις στρατηγικές αποφάσεις της νέας 5ετίας για ρύθμιση του κομματικού συστήματος. Η γραμμή που υιοθέτησε στο Κυπριακό και η ικανότητά του να «μοιράζει» τα πλεονεκτήματα της εξουσίας σχεδόν εξαφάνισαν κάθε αντιπολίτευση.
Διατηρεί ως προνομιακό εταίρο την Εκκλησία, αξιοποιεί τις πελατειακές σχέσεις για μικρά λάφυρα σε μικρότερα κόμματα και έχει μετατρέψει σε έγκυρο συνομιλητή του το ΔΗΚΟ. Με τον τρόπο αυτό κάνει το ΑΚΕΛ να αισθάνεται ότι βρίσκεται σε απομόνωση, ανήμπορο να καταστεί ξανά αντίπαλο δέος και κόμμα εξουσίας.
Το ΑΚΕΛ προβληματίζουν οι δικές του αδυναμίες ενόψει των ευρωπαϊκών εκλογών. Αυτές σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με τις συνέπειες της αρνητικής έκβασης της πρώτης αριστερής διακυβέρνησης (Δ. Χριστόφιας 2008-2013), που δεν έχουν επουλωθεί, έστω κι αν μεσολάβησαν δύο εκλογικές ήττες σε προεδρικές εκλογές.
Το ΑΚΕΛ διατηρεί υψηλό βαθμό αξιοπιστίας όσον αφορά το Κυπριακό στη μετριοπαθή μερίδα της κοινής γνώμης πέρα από τον παραδοσιακό αριστερό ψηφοφόρο. Από την άλλη όμως, σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, δεν μπορεί να καθορίσει νέα προσέγγιση στην οικονομία που να πείθει ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.
Ασκεί αντιπολιτευτική κριτική στον πρόεδρο Αναστασιάδη και τον ΔΗΣΥ για τη διαπλοκή και την ανισομερή ανάπτυξη, χωρίς αξιόλογες προτάσεις πολιτικής που να καλύπτουν τις παραγωγικές τάξεις και τους μικρομεσαίους και να διαλύουν τις αμφιβολίες έναντί του.
Το πεδίο των ευρωπαϊκών εκλογών επίσης δεν είναι ευνοϊκό. Το ΑΚΕΛ λειτουργεί στον χώρο της μικρής Ευρωπαϊκής Αριστεράς που συνδιαμορφώνουν ετερόκλητες και χωρίς επιρροή θέσεις. Συχνά αυτές δεν αντανακλούν στη δική του πρακτική, ως μείγμα παραδοσιακής Αριστεράς αλλά και σοσιαλδημοκρατίας, ενώ του αποστερούν ουσιώδη ανοίγματα στους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές και τους Πρασίνους.
Η άνοδος ΕΛΑΜ
Η χρυσαυγίτικη εκδοχή στην Κύπρο είναι ο σταθερός κερδισμένος της πολιτικής ατμόσφαιρας ενόψει των ευρωεκλογών. Στο Κυπριακό, το ΕΛΑΜ αποδεικνύεται πλέον ικανό να κεφαλαιοποιεί σταθερά μέσα από τη χρόνια πατριδοκαπηλία που του έστρωσε πρόσφορο έδαφος για να εκλέξει δύο βουλευτές το 2016. Αντλεί συνεχώς ψηφοφόρους από διάφορα κόμματα ως η «αυθεντικότερη» έκφραση του εθνικισμού τους. Εκμεταλλεύεται επίσης τη λαϊκή δυσαρέσκεια τμημάτων της κοινωνίας που βρίσκονται στο περιθώριο και την απαξίωση στην πολιτική.
Η άνοδός του στην 4η θέση του κομματικού συστήματος δεν είναι άσχετη με τη στήριξη που έχει από την Εκκλησία και τη δυνατότητά του να λειτουργεί σχεδόν απρόσκοπτα σε σχολεία και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα. Το ΕΛΑΜ έχει εν μέρει κερδίσει τη νομιμοποίησή του από δυνάμεις του «δημοκρατικού τόξου» γιατί πολιτικά διατηρούν παρόμοιες θέσεις στο Κυπριακό. Τα κόμματα ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ αντιδρούν απέναντί του μόνο για να αναχαιτίσουν τον ψηφοθηρικό ανταγωνισμό του.
Το ΕΛΑΜ θεωρείται από το Προεδρικό και άλλους κύκλους γενικά ως «κάτι όχι κατ’ ανάγκην κακό». Διατηρεί κανάλια επικοινωνίας με τον πρόεδρο Αναστασιάδη, που εκμεταλλεύεται σταθερά το αντιαριστερό μένος του. Στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες έχει καταφέρει στις πλείστες περιπτώσεις να αντιμετωπίζεται με ανοχή, ενώ σε ορισμένες γίνεται μέρος φανερής ή έμμεσης συνδιαλλαγής.
