Απολαμβάνει κανείς [ο μη φανατικός] το παράδοξο της πολιτικής «εντύπωσης» που διέπει τη χώρα. Δηλώνουν τινές την αντισυραϊζική τους καταγωγή αλλά τώρα η πατρίς [η αδαημοσύνη] μάς καλεί· υπερασπίζονται λοιπόν την πολιτική της κυβέρνησης διότι έτσι προστάζει στο μυαλό τους αυτό που οφείλουν να κάνουν [απέναντι σε ποιον; Στον εαυτόν τους, στην ιδεολογία τους, στην κοινωνία;].
Τώρα είναι η ώρα της Αριστεράς – και δεν πάει αυτή να έχει παραιτηθεί από κάθε τι το «αριστερόν». Δεν έχει σημασία ποιοι ήμασταν, τώρα είμαστε υποχρεωμένοι να στοιχηθούμε στην παράταξη της κυβερνώσας Αριστεράς και ας είναι αυτή πανομοιότυπη με την πιο σκληρή Δεξιά. Εκεί θα κολλήσουμε;
Το γουστόζικο είναι ότι οι υπερασπιστές τούτης της [κυβερνώσας] Αριστεράς τάσσονται υπέρ της πολυφωνίας – δημόσια μάλιστα, χωρίς αιδώ, με θράσος δε. Δεν έχει νόημα να αντιπαρατεθείς σε τέτοιους ανθρώπους, δεν υπάρχει περίπτωση να συνεννοηθείς. Μπορείς να διαπεράσεις έναν τοίχο; Δεν μπορείς, όσο «κβαντικός» και αν νομίζεις ότι μπορεί να είσαι. Οι απίθανοι αυτοί τύποι ζουν σε άλλο κόσμο, στη δική τους πραγματικότητα, έχουν δε ένα ύφος… Τους βλέπεις και τους λυπάσαι, τους καημένους.
Αυτοί θα σώσουν τη χώρα. [Να διευκρινιστεί το εξής, διότι άλλες οι προθέσεις του γράφοντος και άλλες του αναγιγνώσκοντος: τα ως άνω δεν αφορούν μερικούς αλλά όλους που υπερασπίζονται το κυβερνητικό έργο.] Η χώρα δεν σώζεται με παρηκμασμένες, δοκιμασμένες, παρωχημένες πολιτικές, η χώρα χρειάζεται νέες πνοές [για ιδέες δεν γίνεται λόγος πια διότι, απλώς, δεν υπάρχουν].
Πολλά και πομπώδη εκστομίζουν οι υπερασπιστές του κυβερνητικού έργου. Θα το εκτιμούσα εάν κάποια φορά αποδέχονταν τα ολισθήματα και τις αντιφάσεις των λόγων εκείνων, που θέλουν, υποτίθεται, να βγάλουν τη χώρα από την ασφυκτική οικονομική κατάσταση στην οποία την εισήγαγαν πολιτικές προηγούμενων, μη αριστερών κυβερνήσεων.
Τι λένε όλοι αυτοί; Τίποτε, παρά ποιούν μια τρύπα στο νερό, την οποία όμως τρύπα θεωρούν σαν επαναστατική μεταρρύθμιση. Βρε, τι πάθαμε! Για φαντάσου, μία οπή να είναι η λύση της χώρας. Πώς, διάβολε, γεμίζει αυτή η τρύπα; Με μεθόδους του παρελθόντος; Αυτό, δηλαδή, ήταν [είναι] η Αριστερά; Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τι, τότε, πιστεύαμε τόσα χρόνια; Την κατάκτηση της εξουσίας και πέραν τούτου ουδέν; Δεν νομίζω να είναι αναγκαία μια τέτοια Αριστερά [που δεν είναι Αριστερά]. Τότε γιατί δεν παύουμε να λέμε αριστερές ανοησίες; Γιατί δεν το βουλώνουμε και απλώς να λέμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα και δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς;
Εχει πραγματικά γούστο να ακούς όλους αυτούς ή να διαβάζεις τα πονήματά τους, δεν ξέρουν, όμως, ότι δεν είναι φανατικοί όλοι οι αναγνώστες και όλοι οι ακροατές. Υπάρχει στην κοινωνία το ελάχιστο ποσοστό κοινού νου. Θα πει κανείς τι σημαίνει κοινός νους – πραγματικά αυτό είναι ένα [δυσπέλαστο] πρόβλημα, κάτι σαν «άλλα λέει η θεια μου, άλλα ακούν τ’ αυτιά μου». Οποιος κατέχει σκήπτρα μπορεί να λέει όποια ανοησία γουστάρει [είπαμε, έχει γούστο η όλη κατάσταση, αυτό δεν μπορεί να ακυρωθεί]. Το θέμα είναι: τι γίνεται μετά;
