ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η δουλειά μου είναι να ταξιδεύω στον κόσμο. Οποιαδήποτε ημέρα, είναι τόσο πιθανό να βρίσκομαι σε ένα κοινοτικό οίκημα στο Σαραγουάκ, στο Βόρνεο, σε ένα καφέ στη Μασσαλία ή σε ένα σαλόνι αεροδρομίου στην Ντόχα όσο και να με βρει κανείς σπίτι μου.

Η κόρη μου έχει συνηθίσει να βλέπει το πρόσωπο του πατέρα της στην τηλεόραση ή πάνω σε λεωφορεία, όπως και να τον πλησιάζουν άγνωστοι – και δεν εντυπωσιάζεται καθόλου». Προτού αποφασίσει ότι θα λείψει στους αγαπημένους του για πάντα, ο Αντονι Μπουρντέν, αυτός ο «ροκ σταρ» της διεθνούς γαστρονομίας, έκλεισε σε ένα έξοχο βιβλίο τα «Αγαπημένα» του (κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Πεδίο). Και με αυτά τα λόγια προλογίζει το τελευταίο και πιο προσωπικό του βιβλίο.

Ο πρόωρα χαμένος διάσημος Αμερικανός σεφ και μύστης των γεύσεων του κόσμου μάς είχε συνηθίσει στις εξομολογήσεις, στον προσωπικό τόνο γραφής, σε μια οργιώδη περιπλάνηση που έλεγες πως δεν θα κοπάσει ποτέ. Γι’ αυτό και το εισαγωγικό κείμενο αυτού του τόμου, σήμερα, έξι μήνες μετά την αυτοκτονία του, μοιάζει σπαρακτικό: είναι γεμάτο αποκαλύψεις για την οικογένειά του, έχει πολλαπλές συγκινητικές αναφορές στη μοναχοκόρη του Αριάν, αποδεικνύει ξεκάθαρα πως η μαγειρική ήταν για εκείνον περισσότερο μια μυστηριώδης, άναρχη περιπέτεια και όχι η αναζήτηση της τελειότητας.

Και κυρίως φανερώνει μια προσωπική ησυχία που δεν σε υποψιάζει ότι αυτός ο κατασταλαγμένος τύπος (που όπως γράφει: «Εγινα πατέρας στα 50 μου. Είναι αργά, το ξέρω αλλά αυτό ήταν το σωστό. Νωρίτερα δεν ήμουν αρκετά τακτοποιημένος ή ώριμος για την πιο σημαντική δουλειά από όλες: την αγάπη και φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου») θα οδηγούνταν περίπου δύο χρόνια μετά στην αυτοκτονία. Στο βιβλίο, μάλιστα, επιστρατεύοντας μια φράση του Τολστόι από την «Αννα Καρένινα» («Ολες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους») λέει με σιγουριά: «Ο Τολστόι είναι ξεκάθαρο ότι δεν πέρασε ποτέ χρόνο με τη δική μου ευτυχισμένη οικογένεια».

Στις 8 Ιουνίου 2018 ο Αντονι Μπουρντέν βρέθηκε απαγχονισμένος σε δωμάτιο ξενοδοχείου στη Γαλλία από τον κολλητό του σεφ Ερίκ Ριπέρ σοκάροντας τον κόσμο. Βρισκόταν εκεί για να προσθέσει ένα ακόμα κεφάλαιο στο γαστρονομικό του οδοιπορικό το οποίο είχε ξεκινήσει χρόνια πριν. «Πώς συμπεριφέρονται; Τι τρώνε στο σπίτι τους; Πώς ζουν τη ζωή τους; Τα περισσότερα χρόνια που εργαζόμουν δεν είχα ιδέα πώς να απαντήσω σε αυτές τις ερωτήσεις αφού ζούσα στο περιθώριο. Δεν ήξερα κανένα φυσιολογικό άνθρωπο.

Από τα 17 μου και μετά, οι φυσιολογικοί άνθρωποι ήταν οι πελάτες μου. Ηταν αφηρημένες έννοιες, κυριολεκτικά αχνές φιγούρες στη σάλα του εκάστοτε εστιατορίου όπου τύχαινε να δουλεύω. Τους κοιτούσα με τη ματιά του επαγγελματία μάγειρα και σεφ – κάποιου δηλαδή που δεν είχε οικογενειακή ζωή, που γνώριζε και συναναστρεφόταν μόνο άλλους επαγγελματίες του εστιατορίου, που δούλευε όταν οι φυσιολογικοί άνθρωποι έπαιζαν και που έπαιζε όταν οι φυσιολογικοί άνθρωποι κοιμούνταν».

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε κατηγορίες (πουλερικά, πιάτα για πάρτι, σάντουιτς, σαλάτες, πρωινό, ψάρια, θαλασσινά, ζυμαρικά, ζωμοί, γιορτινές συνταγές), ενώ παράλληλα ξετυλίγονται ιστορίες όπου βρίζει, φωτογραφίζει χωρίς να ωραιοποιεί τίποτα, δίνει τις πιο απρόσμενες συμβουλές: τα μυστικά για να φτιάξετε μια μεγάλη «γαμάτη» μπριζόλα, ένα κεφάλαιο για το τι ακριβώς σημαίνει η «γαλοπούλα χαμάλης» και η «γαλοπούλα βιτρίνα», λεπτομέρειες για το πώς θα τιμήσεις τους καλεσμένους σου, κανόνες για το τέλειο χάμπουργκερ.

Σε έναν από αυτούς αναφέρει: «Οπως το σούσι –άλλο ένα τέλειο φαγητό– έτσι και το χάμπουργκερ θα πρέπει να είναι λιτό, φαινομενικά απλό και ωστόσο φτιαγμένο με υπερηφάνεια και ακρίβεια. Θα πρέπει κανείς να συνεχίσει να αναρωτιέται σαν να κάνει γιαπωνέζικη ανθοδέσμη: “Είναι απαραίτητο αυτό;” Αφαιρώντας οτιδήποτε δεν εξυπηρετεί το κρέας. Το κρέας είναι ο σταρ».

Παρ’ όλα αυτά, επιμένει πως οι συνταγές του δεν έχουν τίποτα το καινοτόμο. «Αν αναζητείτε μια γαστρονομική ιδιοφυΐα να σας οδηγήσει στη Γη της Επαγγελίας μιας πρωτόγνωρης δημιουργικότητας, ψάξτε αλλού… Ως επί το πλείστον, αυτές τις συνταγές τις έχω ξεσηκώσει από ξεθωριασμένες αναμνήσεις των αγαπημένων της παιδικής ηλικίας μου: πράγματα που με τάιζε η μαμά μου, πράγματα που λάτρευα να τρώω στις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου, το είδος των διατροφικών αναμνήσεων που μου αρέσει να μοιράζομαι με την κόρη μου…».

Λίγο πριν κλείσει αυτό το βιβλίο, ένα ακόμα μικρό σχόλιο κατά των γλυκών φανερώνει πίσω από τις λέξεις πολλά. «Γαμήστε τα επιδόρπια, εντάξει, δεν το εννοώ, μια χαρά είναι τα επιδόρπια. Αλλά αν έπρεπε να ζήσω χωρίς ένα πιάτο για την υπόλοιπη ζωή μου, το επιδόρπιο θα ήταν αυτό που θα έφευγε.

Σίγουρα δεν ξέρω πώς να φτιάχνω γλυκά. Ισως αυτό εξηγεί την καχυποψία που τρέφω σε όλη μου την καριέρα για τους ζαχαροπλάστες: ξέρουν να κάνουν κάτι που εγώ δεν μπορώ με τίποτα. Ισως απλώς δεν είμαι γλυκατζής. Λένε ότι η επεξεργασμένη ζάχαρη είναι δηλητήριο και μάλλον έχουν δίκιο. Αλλά και για την ηρωίνη το ίδιο λέγανε – και αυτό πήγε καλά, δεν είναι έτσι; Καλά, ίσως και όχι…». Οπως άλλωστε έχει από τον πρόλογο των «Αγαπημένων» ξεκαθαρίσει: «Η καρδιά του ανθρώπου ήταν και παραμένει μυστήριο για μένα. Αλλά μαθαίνω. Πρέπει να μαθαίνω».