ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΠΟΛΥΓΡΑΦΟΣ και πολυμεταφρασμένος συγγραφέας, έχει τιμηθεί με άφθονες εγχώριες και διεθνείς διακρίσεις. Γεννήθηκε τέτοιες μέρες του 1934 στην Καβάλα, έλκοντας την καταγωγή του από τη Θάσο. Μόλις το 1949 τύπωσε «Τα Σιλό», το πρώτο του μυθιστόρημα, και έκτοτε ενδίδει στους πειρασμούς και εκδίδει ανελλιπώς, ώστε τα έργα του να είναι υπερδιπλάσια της παραγωγικής του ηλικίας. Εκτός από πεζογραφία και θέατρο, ο Βασίλης Βασιλικός, διότι περί του Βασιλικού πρόκειται, έχει δημοσιεύσει δεκαέξι ποιητικές συλλογές. Ιδού σύντομο απάνθισμα στίχων του:

ΜΟΥΣΙΚΟΙ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΑΛΑΣΣΙΟ κέντρο Κάποτε ξεκίνησαν κι αυτοί με όνειρα μεγάλα:/ να παίξουν Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σοπέν/ σε αμφιθέατρα, κατάμεστα από κόσμο,/ την επομένη να διαβάζουν κριτικές/ για το ταλέντο τους. Και άλλα./ Τώρα, τι κι αν ξεπέσαν σ’ αυτό/ το φτωχικό, παραθαλάσσιο κέντρο,/ με μια φτηνή τζαζ, ξενυχτώντας/ πάνω από ταμπούρλα, τραγουδώντας/ τα τραγουδάκια της εποχής/ –στο πιάνο μια γριά-φώκια τούς συνοδεύει–/ τι κι αν μένουν μετά τη μία να τους ακούν/ οι άδειες καρέκλες, τα άδεια τραπέζια/ τ’ αδιάφορα νυσταγμένα γκαρσόνια…/ Υπάρχει πάντα η θάλασσα να δέχεται/ ακούραστα, τα κουρασμένα όνειρά τους.

ΚΙ ΑΣ ΜΗ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ πως είμαστε μεγάλοι,/ τρανοί, υπερκόσμιοι κι αθάνατοι ποιητές./ Περνούμε εμείς έρχονται πίσω άλλοι/ κι όλοι μας είμαστε φτωχοί τραγουδιστές.// Ξεπέσαμε –πουλιά αποπλανεμένα–/ στη γη κι αναρωτιόμαστε: «πού πάμε;»./ Κι εκεί που άλλοι μισούνε –μάταιη έννοια–/ τις ομορφάδες της, περνώντας τραγουδάμε.// Αδιόρθωτοι κι ανώφελοι νεφοπαρμένοι/ –κι ίσως για σε, αναγνώστη, να ’μαστε τρελοί–/ μας τυραννά στο διάβα μας η σκέψη: «τι απομένει;»/ κι ένα αναπάντητο κι ασίγαστο «γιατί;».// Κι έτσι φεύγουμε εμείς μας ακολουθάνε άλλοι/ με άλλα τραγούδια τραγουδούν τις ομορφιές./ Δεν είμαστε τρανοί δεν είμαστε μεγάλοι./ Μόνο περνούμε σαν φτωχοί τραγουδιστές.

ΤΑΣΚΕΝΔΗ ΜΑΚΡΙΝΗ, ΟΠΟΥ ΑΝΘΟΥΝ/ «τα στυφά, σοφά γκόρτσια του χρέους»,/ τρία μερόνυχτα απ’ τη Μόσχα με το τρένο/ πέντε ώρες με τ’ αεροπλάνο/ και βάλε Μόσχα – Γιάννενα, Μόσχα – Πεντάλοφο,/ Μόσχα – Λάκα-Σούλι, όπου ακόμη ο αραμπάς/ καταπονεί τους δρόμους. «Υπάρχουν Ελληνες/ τύπου Τασκένδης», είπε και γέλασε./ Μα η αντάρτισσα δε γέλασε καθόλου,/ ούτε ο αδερφός της που είκοσι χρόνια/ «λίμαξε πατρίδα η ψυχή του»./ Τασκένδη η σεισμόπληκτη, στα σύνορα της Κίνας,/ με τους σαράντα σου υπό σκιάν το καλοκαίρι,/ «σαν την Ελλάδα», είπε, «όπου τα μονοπάτια στο αντάρτικο γίναν αυτοκινητόδρομοι/ για τους τουρίστες»./ «Σαν την Αθήνα», είπε,/ «όπου οι δρόμοι της Αντίστασης βαφτίστηκαν με ονόματα ξένων σωτήρων»./ Τασκένδη με τους ορεινούς, τωρινούς επιστήμονες/ (παιδίατροι, ηλεκτρονικοί, μεταλλειολόγοι),/ που κάποτε θα γύριζαν πιο χρήσιμοι στον τόπο τους,/ μα η πατρίδα, αντί να ’ρχεται πιο κοντά,/ όλο και ξεμακραίνει, σαν τα όνειρα/ που τα ξεχνάς όσο καλύτερα ξυπνάς/ κι είναι το ολέθριο νερό της βρύσης/ μια κατάρα, ώσπου λυτρωτική σε ακουμπά/ η κεντημένη απ’ τη γιαγιά σου/ «ΚΑΛΗΜΕΡΑ» στην πετσέτα.