ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πολύ πλούσιο για ακόμα μία χρονιά ρεπερτόριο του Νέου Κόσμου εγκαινιάστηκε, όσον αφορά την Κεντρική Σκηνή του, με ακόμα μία παρουσίαση του περιβόητου έργου του Ζενέ, οι «Δούλες». Οπως πάντα, συγκεντρώνει γύρω του το ενδιαφέρον -αν και ενδιαφέρον κυρίως πια ερμηνευτικό, αφού εδώ και δεκαετίες έχει χάσει το πλεονέκτημα του σκηνικού αιφνιδιασμού ή της πρωτοποριακής όψης.

Τέτοια είναι άλλωστε η μοίρα κάθε έργου που αξιώθηκε να εισέλθει στον ποιοτικό κανόνα: από υποκείμενο της θεατρικής γραμματικής ήταν γραπτό να μετατραπεί κάποτε σε αντικείμενό της. Κι έτσι η αληθινή είδηση και στην περίπτωση της Κεντρικής Σκηνής του Νέου Κόσμου δεν είναι τόσο ότι οι «Δούλες» ανεβαίνουν σε ακόμα ένα θέατρό μας, όσο το ότι οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες τις ανεβάζουν εκ νέου.

Με άλλα λόγια, για να δει κανείς σήμερα τις «Δούλες» πρέπει να συντρέχει σοβαρός λόγος, μια και το πιθανότερο είναι να τις έχει δει στη διάρκεια τις θεατρόφιλης διαδρομής του κατ’ επανάληψιν και μάλιστα σε όλες τις πιθανές κι απίθανες εκδοχές επιτρέπει το ανοιχτό έργο του Ζενέ. Να τις δούμε να παίζονται από άντρες; Ούτε λόγος για πρωτοτυπία -αυτό αποτελούσε άλλωστε την πρόθεση του συγγραφέα.

Να τις δούμε από την άλλη ως φορείς του πολιτικού και υπαρξιακού φορτίου του Μάη, με το υποκριτικό στήσιμο και την περισπούδαστη γλώσσα που αποτελούσαν κάποτε το γνώρισμα του γαλλικού θεάτρου; Δεν θα είχε καν νόημα στις μέρες μας, όμοια όπως δεν θα είχε νόημα να τις δούμε, πάλι και πάλι, σαν την «τυπική απόδειξη της ταξικής βίας που οδηγεί στη σχιζοφρένεια και τον παραλογισμό»…

Οχι, για να αποφασίσει να δει κανείς για τρίτη ή τέταρτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια στη σκηνή το έργο του Ζενέ, πρέπει να έχει πειστεί πως θα ξαφνιαστεί τουλάχιστον με κάποιον τρόπο. Να ξαφνιαστεί -κι ας μην είναι πάντα για καλό…

Η εντύπωση που μου προκάλεσε εξ αρχής το διάβημα του Τσεζάρις Γκραουζίνις είναι πως θέλησε αληθινά να ξαφνιάσει, οδηγώντας τις δικές του «Δούλες» στην αντίθετη από τη συνήθη συνθήκη. Αντί να τις βάλει να παίζονται εντός της βαριάς ατμόσφαιρας του γαλλικού μπουντουάρ και μέσα στα εσώκλειστα σαλόνια της αστικής μπουρζουαζίας, θέλησε να τις αποδώσει σαν μια σκηνική αταξία που παρεκτρέπεται. Στον νου του είχε πάντα το πρόσωπο του Ζενέ να εγκλωβίζεται σε μια αόρατη φυλακή κι ένα «παιχνίδι».

Κάτι τέτοιο δεν είναι εξάλλου; Ο,τι ξεκινά στις «Δούλες» σαν άσκηση εκτόνωσης και σκανταλιά -μόνο στις ώρες που απουσιάζει η Κυρία-, καταλήγει στην αναμόχλευση της βίας που ενυπάρχει στις κοινωνικές σχέσεις, της βίας που καταπιέστηκε και μεταφράστηκε σε λέξεις, στάσεις και πρωτόκολλα συμπεριφοράς. Θα μπορούσε να σταματήσει σε αυτά και θα ήταν ήδη σπουδαίο. Αλλά ο Ζενέ προχωρά, προχωρά…

Ωσπου να φτάσει στην τρομακτική διαπίστωση ότι στους ρόλους των δύο υπηρετριών το προσωπείο έχει σκάψει το πρόσωπο και το έχει καταλάβει, μαζί με την όποια ατομικότητα και την «προσωπική ηθική», με τη λογική αλλά και τη σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούν στο παιχνίδι τους. Κι έτσι σε αυτή την ιδιωτική, τη μέσα απόδοση του μεγάλου θεάτρου του έξω κόσμου, ο θυμός του θύματος εναλλάσσεται με τον θαυμασμό για τον θύτη -και η ζήλια του συνομιλεί με τον ερωτικό του ζήλο.

Οπως καταλαβαίνετε είμαστε μόλις ένα βήμα να διαπιστώσουμε πως οι «Δούλες» -οι οποίες, ας θυμηθούμε, ξεκίνησαν από ένα πολύ αληθινό έγκλημα στο Παρίσι του Μεσοπολέμου που «ανέβηκε» από τις μεγάλες εφημερίδες της εποχής-, μπορούν να στηρίξουν μια αλληγορία για τον ίδιο τον ηθοποιό. Τον ηθοποιό σαν υπηρέτη του προσωπείου εντός του οποίου εξίσου χάνει την ατομικότητά του ή -ακόμα χειρότερα- φτάνει να τη μισεί. Εντός ενός ρόλου τον οποίο εξίσου μισεί και θαυμάζει. Κι εντός μιας τελετής νεκροφάνειας την οποία θα υπηρετεί ώς τα άκρα, έως και δολοφονώντας τον εαυτό του.

Οι «Δούλες» λοιπόν του Γκραουζίνις έχουν να κάνουν με την ποιητική του θεάτρου. Τόσο ώστε καταλήγουν να εκτελούνται σαν μια επί σκηνής παρωδία τού πλέον ίσως αναγνωρίσιμου αλλά και εμβληματικού «θεάτρου» της νεότερης εποχής και της αστικής τάξης: του Μελοδράματος. Οι δύο δούλες που βλέπουμε στον Νέο Κόσμο είναι υπηρέτριες του σκηνικού του ύφους, με την εντυπωσιακή όψη και την επιπόλαιη, αν και εξόχως ζηλευτή, γοητεία στις μεγάλες μάζες. Είναι το προϊόν ενός κόσμου που κλείνει την εικόνα και τις ψυχώσεις του.

Με αυτόν τον τρόπο ο Γκραουζίνις, με τη βοήθεια της Ελσας Ανδριανού στη δημιουργική της μετάφραση, δημιουργεί ακόμη ένα επίπεδο στο ήδη πολυεπίπεδο κινέζικο κουτί του Ζενέ. Κρατηθείτε: οι δούλες που παίζουν στο έργο την Κυρία τους, εγκιβωτίζονται στους ηθοποιούς (συγκεκριμένα στους Αργύρη Ξάφη, Δημήτρη Ημελλο και Κώστα Μπερικόπουλο), που παίζουν άλλους ηθοποιούς που παίζουν τις δούλες που παίζουν τελικά την Κυρία…

Δεν γίνεται όλο αυτό απλώς για χάρη ενός παιχνιδιού. Είναι το ίδιο το παιχνίδι, που αν το πάρει κανείς στα σοβαρά θα ανακαλύψει στο τέρμα τον λαβύρινθο και τους πολλούς χαμένους στις φαύλες διαδρομές του. Είναι το τέλος του παιχνιδιού.

Αυτό εξηγεί πιθανόν γιατί στον Νέο Κόσμο όχι μόνο έχουμε άντρες που κάνουν τις γυναίκες, αλλά και γιατί αυτοί οι άντρες, με το ιδιαίτερα αρρενωπό προφίλ του μάλιστα ο καθένας, προσπαθούν να υποδυθούν τους γυναικείους ρόλους τόσο επιτηδευμένα άτεχνα. Τα πάντα σε αυτό το θέατρο οφείλουν να μείνουν μισά κι ανέσωστα, κακοφωτισμένα, μισερά και μίζερα.

Μιλάμε για αληθινή τόλμη… Από καλλιτέχνες που προσπαθούν να μιμηθούν μια «κακή παράσταση», αρνούμενοι πρώτα τον παλιό καλλιτεχνικό εαυτό τους (και τέλος πάντων την όποια ανθρώπινη ματαιοδοξία), πηγαίνοντας κόντρα στο επαγγελματικό προφίλ τους, ξεχνώντας ότι πρέπει να αναδυθούν κάποτε για να πάρουν ανάσα… Είναι έτοιμοι να υποστούν την άρνησή μας προκειμένου να αποδείξουν πως αυτό που έκανε ο Ζενέ ήταν αληθινά «αντι-θέατρο»: μια τέχνη που στόχο της είχε να δολοφονήσει την (κίβδηλη και εξουσιαστική) αστική τέχνη δολοφονώντας πριν από όλα τον εαυτό της. Και μάλιστα μπροστά στα μάτια των θεατών της.

Αν αυτό είναι αλήθεια δεν μπορώ πια από τη μεριά μου ούτε να κρίνω, ούτε να σταθώ σε όποιον επιμέρους σχολιασμό. Προτιμώ να τους κλείσω, από μακριά, το μάτι.