Όπως κατέρρευσαν οι ισχυρισμοί Λαλιώτη για την offshore Majo και την εμπλοκή του Κων/νου Μητσοτάκη, έτσι καταρρέουν και οι ισχυρισμοί για την εμπλοκή πολιτικών στην υπόθεση Novartis, τόνισε ο εισηγητής της Ν.Δ. στην Ολομέλεια της Βουλής στο πλαίσιο της συζήτησης του νομοσχεδίου για το «πόθεν έσχες».
Κοντή μνήμη έχει μάλλον ο Κ. Καραγκούνης δεδομένου ότι τότε το καυτό πόρισμα μπορεί να μη διαπίστωσε ότι τα εμβάσματα πήγαν σε συγκεκριμένες τσέπες αλλά πέραν πάσης αμφιβολίας αποδείχτηκε ότι είχαν πάει στα ταμεία της Ν.Δ. και απλά για πολλούς λόγους δεν συνεχίστηκε η δικαστική έρευνα.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο αρχείο επειδή κατά την προανάκριση στην οποία προχώρησε δεν στοιχειοθετήθηκαν ποινικές ευθύνες εις βάρος πολιτικών προσώπων, δηλαδή δεν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα της υπεξαίρεσης χρηματικών ποσών.
Από την ογκώδη δικογραφία όμως που σχηματίστηκε επιβεβαιώνεται ότι στα ταμεία της Νέας Δημοκρατίας εισέρρευσαν με έξι διαφορετικές εντολές πληρωμής 2.058.000 δολάρια και 25.000.000 δραχμές, εκ των οποίων το 1.523.000 δολάρια το 1989 και τα υπόλοιπα το 1990.
Αναδημοσιεύουμε από το ένθετο της «Εφ.Συν.» για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (Νοέμβριος 2016):
H Mayo με τα δώρα: μια offshore για τη Νέα Δημοκρατία
Ο Κ. Μητσοτάκης υπήρξε σε όλη του τη ζωή πρακτικός άνθρωπος. Από την περίοδο της Κατοχής, όταν, όπως είδαμε, είχε φροντίσει να έχει πρόσβαση σε τρία διαφορετικά συσσίτια, έως σήμερα, φροντίζει να εξασφαλίζει τους πόρους για να χρηματοδοτεί τη δημόσια παρουσία του.
Τελευταίο παράδειγμα μας προσφέρει ο προσωπικός βιογράφος του, ο οποίος περιγράφει με έκπληξη το γεγονός ότι όχι μόνο το Ιδρυμα Μητσοτάκη συντηρείται από τον δημόσιο κορβανά, αλλά ακόμα και το δείπνο στα συνέδρια που διοργανώνει το Ιδρυμα δεν το πληρώνει ο παλαίμαχος πολιτικός. Οπως του αποκάλυψε ο ίδιος, «το δείπνο το προσέφερε ο φίλος μου επιχειρηματίας κ. τάδε». Το πικρό συμπέρασμα του βιογράφου είναι ότι «ποτέ μεγάλος πολιτικός δεν βάζει το χέρι του στην τσέπη».[1]
Αλλά όσο πιο «μεγάλος» είναι ένας πολιτικός τόσο μεγαλύτερα είναι και τα έξοδά του. Και τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη να βάζουν άλλοι το χέρι στην τσέπη τους. Το όνομα του επιχειρηματία που πλήρωσε το δείπνο δεν το μάθαμε. Την ίδια δυσκολία να πληροφορηθούμε τις πηγές χρηματοδότησης κομμάτων και πολιτικών αντιμετωπίζουμε όλα τα τελευταία χρόνια, παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της χρηματοδότησης περνά από το τραπεζικό σύστημα.
Ο Κ. Μητσοτάκης ένιωθε πάντοτε μια απέχθεια στην αποκάλυψη των πηγών αυτής της χρηματοδότησης. Τον Μάιο του 1984, λίγους μήνες προτού αναλάβει την αρχηγία της Ν.Δ., στη Βουλή συζητιόταν το νομοσχέδιο που επρόκειτο να ψηφιστεί ως Ν. 1443/1984.
Στο άρθρο 4 του νομοσχεδίου προβλεπόταν ότι «φυσικά ή νομικά πρόσωπα που διαθέτουν κάθε χρόνο εισφορές ή ενισχύσεις για συνολικό ποσό μεγαλύτερο από 200.000 δρχ. πρέπει να καταχωρίζονται ονομαστικά».
Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου ο Μητσοτάκης είχε μιλήσει ξεκάθαρα, κρατώντας αποστάσεις ακόμα και από το κόμμα του: «Να με συγχωρήσετε που θα σας πω ότι και αυτή η διάταξη -είναι τελείως προσωπική άποψη, δεν έχω μιλήσει με κανέναν από το κόμμα μας- που επιβάλλει ονομαστική μνεία των εισφορών που περνούν τις 200.000, και αυτή δεν είναι ρεαλιστική. Ολα τα κόμματα μπορεί να έχουν εισφορές παραπάνω από 200.000. Ούτε είναι τόσο μεγάλο ποσό οι 200.000. Δεν είναι δυνατόν να περιμένετε από κανένα Ελληνα πολίτη να δεχθεί να δώσει πάνω από 200.000 δρχ. επώνυμα. Κατά συνέπεια, ένα από τα δύο θα γίνει. Ή δεν θα παίρνουν τα κόμματα, θα αποκλεισθούν αυτοί που θα έδιναν 200.000 και πάνω -γιατί να αποκλεισθούν;- ή θα γίνεται μια απλή περιγραφή του νόμου και πάλι θα κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους». [2]
Η αξιοσημείωτη αυτή ευθύτητα πέρασε εκείνη τη στιγμή σχεδόν απαρατήρητη. Θα την ξαναθυμόμασταν όλοι μετά από περίπου δέκα χρόνια. Τις παραμονές των εκλογών του 1993, ο Κ. Μητσοτάκης κατήγγειλε ότι η πτώση της κυβέρνησής του οφείλεται σε πόλεμο επιχειρηματικών συμφερόντων.
Κατονόμασε μάλιστα ως κύρια υπεύθυνη μια εφοπλιστική οικογένεια, η οποία τότε είχε μπει στον τομέα των μέσων ενημέρωσης, εξαγοράζοντας εφημερίδες (Καθημερινή) και ραδιοφωνικούς σταθμούς (Σκάι): «Κατηγορώ την οικογένεια Αλαφούζου ότι βρίσκεται πίσω από τη συνωμοσία της ανατροπής της κυβέρνησης. Είναι η κατηγορία μου ξεκάθαρη. Εκείνο για το οποίο κατηγορώ τον κ. Αλαφούζο δεν είναι ότι είχε συμφέροντα οικονομικά να πέσει η Ν.Δ., είναι ότι ενεπλάκη ευθέως στην υπόθεση ανατροπής της κυβέρνησης». [3]
Η απάντηση ήρθε αυθημερόν από τον Ιωάννη Αλαφούζο, ιδιοκτήτη του Σκάι: «Ο κ. Μητσοτάκης ξεκίνησε τη θητεία του ως πρωθυπουργός, προαναγγέλλοντας με μια τηλεοπτική συνέντευξη τον κύκλο διώξεων κατά του Σκάι. Κλείνει τη θητεία του αυτή με μία εμπαθή επίθεση κατά του ίδιου σταθμού».
Την επομένη, τη σκυτάλη πήρε ο (πατέρας του Ιωάννη) Αριστείδης Αλαφούζος, ιδιοκτήτης της Καθημερινής. Με συνέντευξή του στην Τζώρτζια Κοντράρου ισχυρίστηκε ότι το πρόβλημα μεταξύ των δύο πλευρών ήταν ότι ο Μητσοτάκης ζητούσε συνεχώς χρήματα: «Τον Οκτώβριο του 1988 αποφάσισα να πάρω την Καθημερινή. Πριν την αγοράσω, επειδή ήταν συντηρητική εφημερίδα και ο κ. Μητσοτάκης ήταν αρχηγός της συντηρητικής παράταξης […] πήγα με τον Αντώνη Σαμαρά και τον γνώρισα. Του είπα ότι θα πάρω την Καθημερινή και χάρηκε. Από τότε διατηρούσαμε κάποιες σχέσεις. Με καλούσε στο σπίτι του για δείπνο. Αυτά έως το τέλος του 1989. Οι σχέσεις άρχισαν να χαλάνε για τα χρηματοδοτικά. Τι εννοώ; Ο κ. Μητσοτάκης ζητούσε διαρκώς χρήματα και κάποια στιγμή το σταμάτησα. Κι έτσι επήλθε ψυχρότης. Τις παραμονές των εκλογών του Ιουνίου του 1989 μού ζήτησε να ενισχύσω το κόμμα. Το έκανα ευχαρίστως και με σημαντικό ποσό. Εστειλα σ’ έναν λογαριασμό στο Λονδίνο 600.000 δολάρια. Το έκανα με μεγάλη χαρά και πολλή ευχαρίστηση». [4]
Η εφημερίδα δημοσίευσε σε φωτοτυπία και τα στοιχεία της αγγλικής τράπεζας και του λογαριασμού της λιβεριανής εταιρείας «Mayo Investments Corporation», στην οποία ζήτησε συνεργάτης του κ. Μητσοτάκη να κατατεθούν τα χρήματα.
Αλλά οι απαιτήσεις Μητσοτάκη, σύμφωνα με την εξιστόρηση του Αρ. Αλαφούζου δεν σταμάτησαν.
«Μετά από λίγο καιρό ο κ. Μητσοτάκης άρχισε να ζητάει χρήματα. Μού ζητούσε, σχετικώς με το αρχικό ποσό που έδωσα, μικρά ποσά. Και επειδή του κ. Μητσοτάκη του ξεφεύγουν κουβέντες, κατάλαβα ότι αυτά τα μικροποσά τα διέθετε όχι για τόσο θεμιτούς σκοπούς. Εγώ δυσφόρησα κι αναρωτήθηκα πού θα πάει το πράγμα. Είπαμε να βοηθήσουμε στις εκλογές, αλλά όχι κι έτσι. Την προτελευταία φορά που τον συνάντησα, του είπα πως θα του δώσω ένα ποσό, μεγάλο, κι εδώ τελειώνουμε. Τελεία και παύλα. Πράγματι, στις 12 Οκτωβρίου του έδωσα μια επιταγή 1.000.000. δολαρίων».
Ο Αρ. Αλαφούζος υποστηρίζει ότι δεν έλαβε καμιά απόδειξη, παρά μόνο «ληγμένα» κουπόνια της Ν.Δ. και ότι όλα αυτά τα χρήματα δεν πέρασαν στα ταμεία του κόμματος. Στην επιταγή του 1.000.000 φαίνεται καθαρά ότι υπογράφει ο Εμμανουήλ Βασαλάκης.
Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Αντώνη Καρκαγιάννη, ο Βασαλάκης τη στιγμή που υπέγραφε την επιταγή ήταν «παντελώς άγνωστος σε όλα τα όργανα και τις υπηρεσίες της Ν.Δ.». Γνωστός έγινε μετά το Ειδικό Δικαστήριο με κατηγορούμενο τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, «ήταν ο έμπιστος του κ. Μητσοτάκη, ο άνθρωπος του παρακρατικού κυκλώματος Γρυλλάκη, ο οποίος έστελνε χρήματα στον Μαμανέα, ψευδομάρτυρα στο Ειδικό Δικαστήριο (σ.σ.: αυτόν που μίλησε για τα κουτιά πάμπερς) με διεύθυνση αποστολέως τα γραφεία του κόμματος στη Ρηγίλλης.
Αργότερα επίσης αποκαλύφθηκε ότι αυτός ο κ. Βασαλάκης ήταν ο άνθρωπος που απομαγνητοφωνούσε για λογαριασμό του κ. Μητσοτάκη κατά τη μαρτυρία του κ. Μαυρίκη (το περιεχόμενο των υποκλοπών)». [5]
Ηδη από το καλοκαίρι του 1993 ο Αρ. Αλαφούζος είχε κληθεί να καταθέσει στον ειδικό ανακριτή εφέτη Αχιλλέα Νταφούλη, με αφορμή άλλη υπόθεση, εκείνη των καταγγελιών για υποκλοπές που είχε έρθει στη δημοσιότητα εκείνη την περίοδο:
«Αναφέρομαι εξ ολοκλήρου στην από 15.6.1993 ένορκη κατάθεσή μου στον εισαγγελέα Γ. Ζορμπά και επιβεβαιώνω στο σύνολό του το περιεχόμενο που γνωρίζω. Θέλω να συμπληρώσω τα εξής: Ας αρχίσουμε πρώτα για τις υποκλοπές. Είχα καταθέσει στον κ. Ζορμπά ότι ηθικός αυτουργός των υποκλοπών είναι ο κ. Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Θέλω σήμερα να σας δώσω περισσότερα στοιχεία. Το 1988, όταν ήθελα να αγοράσω την Καθημερινή, συζήτησα με τον νυν πρωθυπουργό και εκείνος με παρακάλεσε, αν μπορώ, να βοηθήσω το κόμμα. Εγώ δέχτηκα και έδωσα εκατοντάδες εκατομμυρίων στο κόμμα. Ομως διαπίστωσα ότι κόμμα και Μητσοτάκης είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Ρώτησα και άλλους και μου είπαν ότι τα χρήματα δεν πήγαν στο κόμμα. Γι’ αυτό όταν κατά τα τέλη του 1989 με παρακάλεσε πάλι, του είπα ότι δεν είναι δυνατόν να δίνω χρήματα και να μην πηγαίνουν στο κόμμα και δεν είμαι διατεθειμένος να βοηθήσω στις εκλογές του 1989 το κόμμα. Είχα δώσει ώς το 1989 χρήματα για το κόμμα αλλά δεν ήμουν διατεθειμένος να συνεχίσω. Αυτός τότε θύμωσε και είναι ο μοναδικός λόγος που άρχισε να με κυνηγάει. Εβαλε διάφορους δημοσιογράφους να γράφουν ότι ασκώ λαθρεμπορία, ότι διώκομαι, ενώ εγώ ποτέ δεν ήμουν κατηγορούμενος. Ολα αυτά τα έκανε διότι δεν ενέδωσα εγώ να βοηθήσω το κόμμα του. Εγώ ποτέ δεν υπήρξα κατηγορούμενος και όσοι δικοί μου ήσαν κατηγορούμενοι είχαν απαλλαγεί με απαλλακτικά βουλεύματα και αποφάσεις. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος έβαλε εισαγγελείς να κάνουν εφέσεις και έλεγε ότι εγώ έχω κάνει λαθρεμπορία και ότι πρέπει να καταδικασθώ. Αλλά μέχρι τώρα δεν υπάρχει καταδίκη σε βάρος μου. Από το μίσος αυτό, έφτασε μέχρι του σημείου να βάζει ανθρώπους να μου κάνουν υποκλοπές. Εκανε για μένα με τις ενέργειές του συκοφαντία και εκβιασμό και αν δεν ήταν πρωθυπουργός θα έπρεπε να πάει φυλακή. Θα σας καταθέσω φωτοτυπίες απλές από την ανακοίνωση και συνέντευξη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, απ’ όπου προκύπτουν τα αισθήματα του κ. Μητσοτάκη προς εμένα. Από τα πρακτικά της Βουλής προκύπτει ότι λέει αντίθετα απ’ ό,τι λέει στη συνέντευξή του. Ετσι εξηγούνται οι υποκλοπές. Μερικές βδομάδες πριν από τη δημοσίευση του σκανδάλου των υποκλοπών στην Ελευθεροτυπία και τον Skai με επεσκέφθη στο γραφείο μου ο επιχειρηματίας Μπ., μηχανολόγος, κάτι τέτοιο είναι, και είχε σκοπό να μου κλείσει ραντεβού με τον κ. Γρυλλάκη για να τα φτιάξουμε με τον κ. πρωθυπουργό. Δεν μου πρότεινε συγκεκριμένο συμβιβασμό, αλλά ήθελε ραντεβού με τον Γρυλλάκη. Μου πρότεινε μέσα σε μία βδομάδα -και μάλιστα ήταν Παρασκευή- να έρθει στο γραφείο μου. Εγώ επιφυλάχθηκα να απαντήσω ενόψει και του γεγονότος ότι ο Γρυλλάκης ήταν στο εξωτερικό και θα ερχόταν την Παρασκευή. Συμβουλεύτηκα τον νομικό μου σύμβουλο Νίκο Κωνσταντόπουλο και αυτός, αφού μελέτησε το όλο θέμα, μού είπε ότι “δεν θα ήταν σκόπιμο να δεις τον Γρυλλάκη”. Εκτοτε συνεχίζεται η αντιδικία. Εγώ του είπα, βγες στην τηλεόραση κ. πρωθυπουργέ, ανακάλεσε όλα όσα έχεις πει σε βάρος μου και τότε θα συμβιβαστούμε». [6]
Η υπόθεση αυτή επρόκειτο να απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση τις επόμενες δεκαετίες. Και είναι αλήθεια ότι μέχρι σήμερα έχουν μείνει αναπάντητες ορισμένες κρίσιμες πλευρές της, ενώ και η Δικαιοσύνη που ερεύνησε το ζήτημα δεν έφτασε μέχρι το τέρμα.
Μπορεί ο επιχειρηματίας που έκανε την αρχική καταγγελία να «τα βρήκε» στην πορεία με τον κ. Μητσοτάκη και τη Ν.Δ., αλλά οι καταγγελίες του για τον τρόπο χρηματοδότησης του κόμματος ενισχύθηκαν από νεότερα στοιχεία.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο τότε γραμματέας του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός Κώστας Λαλιώτης έφερε σε φως 5 εντολές πληρωμής από τη λιβεριανή εταιρεία «Mayo Investments Corporation» προς τη Ν.Δ.:
- 600.000 δολ. στις 7.6.1989
- 600.000 δολ. στις 27.6.1989
- 323.000 δολ. στις 8.9.1990
- 135.000 δολ. στις 7.11.1990
- 25.000.000 δρχ. στις 21.11.1990
Oλα αυτά τα εμβάσματα διοχετεύονταν από τη Mayo σε λογαριασμό της Ν.Δ. (Εθνική Τράπεζα, υποκατάστημα Κολωνακίου) μέσω του υποκαταστήματος Λονδίνου της Τράπεζας Royal Bank of Scotland.
Η αρχική αντίδραση της Ν.Δ. ήταν να αρνηθεί κάθε σχέση με την offshore λιβεριανή εταιρεία. Ο τότε εκπρόσωπος Τύπου Θοδωρής Ρουσόπουλος τον Οκτώβριο του 2001 δήλωσε απερίφραστα: «Η Ν.Δ. ούτε είχε ούτε έχει κρυφούς λογαριασμούς σε Τράπεζες, ελληνικές ή ξένες, ούτε βεβαίως έχει σχέση με offshore εταιρείες». [7]
Ο πρώην πρόεδρος του κόμματος Μιλτιάδης Εβερτ επανέλαβε λίγες μέρες αργότερα σε συνέντευξή του: «Ούτε λογαριασμό είχαμε ούτε εταιρεία έχουμε. Ούτε εν πάση περιπτώσει στα βιβλία της Ν.Δ. είναι καταγεγραμμένη μια offshore εταιρεία, η οποία έδωσε χρήματα στη Ν.Δ. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα». [8]
Ο μόνος που γνώριζε κάτι παραπάνω ήταν βέβαια ο ίδιος ο Κ. Μητσοτάκης, επίτιμος πλέον πρόεδρος του κόμματος. Και εκείνος δεν μπορούσε να αρνηθεί το γεγονός. Μιλώντας στον Νίκο Χατζηνικολάου θα παραδεχτεί τη σχέση με τη Mayo: «Αυτός ο λογαριασμός της Mayo είναι αυτός ο λογαριασμός για τον οποίο σας μίλησα πρωτύτερα. Φίλοι μας του Λονδίνου, τους οποίους δεν γνωρίζω, τον βρήκαν τον λογαριασμό αυτό. Είναι άνθρωποι, οι οποίοι δεν ήθελαν τα ονόματά τους να είναι γνωστά και για λόγους που αφορούν τους ίδιους, διότι κατοικούν στο Λονδίνο, έχουν ενδεχομένως προβλήματα με την Εφορία…» Και λίγο παρακάτω: «Εγώ δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ο λογαριασμός αυτός χρησιμοποιείτο μόνο για τη Ν.Δ. Μια λιβεριανή εταιρεία, η οποία είχε έναν λογαριασμό, χρησιμοποίησε τον λογαριασμό αυτό για να μαζέψει και να στείλει ορισμένα χρήματα στη Ν.Δ.» [9]
Οι «φίλοι» λοιπόν της Ν.Δ. έχουν προβλήματα με την εφορία και χρησιμοποιούν μια offshore για να ενισχύσουν το κόμμα τους. Η αλήθεια είναι ότι ο κ. Μητσοτάκης ήταν υποχρεωμένος να αποδεχτεί τη σχέση με τη Mayo, διότι τις ίδιες μέρες είχε αποκαλυφθεί επιστολή της λιβεριανής εταιρείας προς υποψήφιους υποστηρικτές της Ν.Δ., με την οποία ζητούνταν ποσά «του επιπέδου 100.000 δολαρίων». Η επιστολή, με ημερομηνία 20.4.1989, ανέφερε:
«Αγαπητέ κύριε,
Ολοι, χωρίς αμφιβολία, παρακολουθούμε την κρίσιμη κατάσταση στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας μας. Φαίνεται ότι για την Ελλάδα οι εκλογές του Ιουνίου 1989 θα παίξουν ένα πολύ μεγάλο ρόλο για το μέλλον της χώρας και όλων μας. Οπως μας γνωστοποίησαν πρόσφατα εκπρόσωποι του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, η προεκλογική εκστρατεία θα είναι σκληρή και θα απαιτήσει πολλά “πυρομαχικά”. Το άλλο κόμμα (σ.σ.: το ΠΑΣΟΚ) έχει κατορθώσει να είναι καλά εξοπλισμένο και ισχυρό για να αντιμετωπίσει όλες τις μεγάλες δαπάνες που οι εκλογές απαιτούν. Το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι [εξοπλισμένο] και ζητά την ενίσχυση και προσφορά μας για να αντιμετωπίσει την εκλογική μάχη. Αναμένεται ότι, από μερικούς τουλάχιστον, θα γίνουν προσφορές του επιπέδου των 100.000 δολαρίων. Ελπίζεται ότι θα δούμε τέτοια ποσά, αλλά είναι σαφές ότι οποιαδήποτε ποσά θα είναι ευπρόσδεκτα. Παρακαλούμε να αντιμετωπίσετε αυτό το θέμα με τη σοβαρότητα που χρειάζεται και, αν αποφασίσετε να πάρετε μέρος σ’ αυτήν την προσπάθεια και να βοηθήσετε, να στείλετε την επιταγή σας σε διαταγή της Εταιρείας Επενδύσεων Mayo το συντομότερο δυνατόν. Σας εφιστούμε την προσοχή στην εξαιρετική σημασία του θέματος και στην ανάγκη να ενεργήσετε άμεσα». [10]
Μετά από αυτές τις αποκαλύψεις δεν ήταν δυνατόν να αρνείται η Ν.Δ. την ύπαρξη της Mayo. Αλλά ο Κ. Μητσοτάκης στράφηκε με αγωγή εναντίον του Κ. Λαλιώτη, αποδίδοντάς του συκοφαντικές δηλώσεις για την ιδιοποίηση των χρημάτων από τη Mayo και για δεσμούς με μαύρο χρήμα, ενώ και ο Κ. Λαλιώτης απάντησε με δική του αγωγή. Το Εφετείο Αθηνών κατέληξε το 2005 σε μια «σολομώντεια» απόφαση που δικαίωνε εν μέρει και τις δύο αγωγές και όριζε στον Κ. Λαλιώτη να καταβάλει στον αντίδικό του 100.000 ευρώ και στον Κ. Μητσοτάκη 22.000 ευρώ.
Η απόφαση του δικαστηρίου απέρριψε ορισμένες υποθέσεις του κ. Λαλιώτη για τη ροή του χρήματος προς τη Mayo και εν συνεχεία προς τη Ν.Δ., αλλά αποδέχτηκε την πολιτική ουσία των καταγγελιών του, παρά το γεγονός ότι δεν την αξιολόγησε σε σχέση με το επίδικο αντικείμενο. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, «ο ενάγων Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, όπως και εκπρόσωποι του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας διέψευδαν μέχρι και τον Δεκέμβριο του έτους 2001 με δηλώσεις τους ότι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας είχε οποιαδήποτε σχέση με τον ως άνω λογαριασμό της εταιρείας Mayo Investments Corporation, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, από λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας είχε ενισχυθεί οικονομικά το κόμμα αυτό κατά την περίοδο 1989-1990 με το ποσό του 1.658.000 δολαρίων ΗΠΑ, γεγονός το οποίο προφανώς αυτοί εγνώριζαν». [11]
Για την υπόθεση της Mayo διέταξε τον Οκτώβριο του 2001 προκαταρκτική εξέταση o προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Την εξέταση διενέργησε ο εισαγγελέας Δημήτριος Παπαγγελόπουλος, ο οποίος στις 11.7.2002 υπέβαλε το πόρισμά του, σύμφωνα με το οποίο η υπόθεση έπρεπε να τεθεί στο αρχείο. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε το αίτημα του Κ. Λαλιώτη να ζητηθεί δικαστική συνδρομή για το άνοιγμα των λογαριασμών της Mayo στη Royal Bank of Scotland, μέσω των οποίων γινόταν η χρηματοδότηση της Ν.Δ. Αλλά στο πλαίσιο αυτής της προκαταρκτικής εξέτασης ήρθαν στο φως ορισμένα πολύ κρίσιμα νέα στοιχεία. Εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτης της Mayo ο εγκαταστημένος στο Λονδίνο Ελληνας εφοπλιστής Σπυρίδων Πολέμης, ο οποίος κατέθεσε ότι είχε ιδρύσει την εταιρεία από το 1980 με τον Γιάννη Χατζηπατέρα, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει, καθώς και άλλους πλοιοκτήτες. Ο Σπ. Πολέμης κατέθεσε επιπλέον ότι σε συνεργασία με τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Reading Γιαννόπουλο απευθύνθηκαν «στους Ελληνες της ναυτιλίας του Λονδίνου, προκειμένου να βοηθήσουν προσφέροντας χρήματα στη Ν.Δ., η οποία ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση». Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν θυμάται το ποσό που συγκεντρώθηκε «γιατί έχουν περάσει αρκετά χρόνια», καθώς και ότι η Mayo «έπαψε να είναι ενεργός από το 1990 και δεν χρησιμοποιήθηκε για κάποια άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα εφόσον είχε χρησιμοποιηθεί από την τοπική οργάνωσης της Ν.Δ. στο Λονδίνο». [12]
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, την οποία το πόρισμα αξιολογεί ως αξιόπιστη, η Mayo λειτούργησε μόνο ως όχημα χρηματοδότησης της Ν.Δ. το 1989-1990, παρά το γεγονός ότι είχε ιδρυθεί από το 1980. Ενδιαφέρον έχει πάντως και το γεγονός ότι σε σχετικό επίσημο ερώτημα, το γραφείο καταχώρισης λιβεριανών εταιρειών στη Ζυρίχη της Ελβετίας απάντησε τον Ιανουάριο του 2002 ότι «η λιβεριανή εταιρεία Mayo Investments Corporation εξακολουθεί να υφίσταται και βεβαιώνουμε ότι δεν έχει εκκρεμείς οφειλές προς τη λιβεριανή κυβέρνηση ή το Μητρώο Εταιρειών». [13]
Ο Κώστας Λαλιώτης είχε από το 2001 καταθέσει στη Δικαιοσύνη τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή το αυθεντικό ιδρυτικό καταστατικό της εταιρείας, καθώς και την επίσημη απάντηση των ελβετικών αρχών.
Καταθέτοντας στις 30.5.2002 ως μάρτυρας του Κ. Μητσοτάκη, ο τότε οικονομικός διευθυντής της Ν.Δ. Γιάννης Βαρθολομαίος είχε παραδεχτεί ότι «από τα επίσημα βιβλία του κόμματος» προκύπτει ότι «χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 2.058.000 δολ. και 25.000.000 δρχ.» είχαν σταλεί από τη Mayo Investments Corporation. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι μόλις άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης, ο Κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι ο Αρ. Αλαφούζος «έδωσε μία φορά χρήματα» και στον ισχυρισμό του εκδότη ότι υπήρξε συστηματικός χρηματοδότης του κόμματος περιορίστηκε να απαντήσει: «Αυτά ας τα λέει. Ας φέρει αποδείξεις». [14]
Η υπόθεση της Mayo είχε πάντως συνέχεια. Με σειρά δημοσιευμάτων της Αριστέας Μπουγάτσου στην Ελευθεροτυπία το 2008 η εταιρεία συνδέθηκε με τα παραλογιστήρια της Siemens. [15]
Λίγους μήνες αργότερα υπήρξαν και άλλες σχετικές αποκαλύψεις στο Πρώτο Θέμα για εμβάσματα από τα μαύρα ταμεία της γερμανικής εταιρείας Siemens στη Mayo την πενταετία 1990-1994. [16]
Τελευταίο επεισόδιο σ’ αυτή την υπόθεση, που δεν έχει ακόμα εξιχνιαστεί μέχρι τέλους, ήταν η επιστολή του Σήφη Βαλυράκη, προέδρου της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τη διερεύνηση της υπόθεσης Siemens, προς τον πρόεδρο της Επιτροπής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Ενέργειες, Στυλιανό Γκρόζο, και τον διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, Γεώργιο Προβόπουλο, με την παράκληση «να ερευνηθεί ο λογαριασμός της λιβεριανής εταιρείας Mayo Investments Corporation που τηρείται στη Royal Bank of Scotland και να μας κοινοποιηθούν όλες οι κινήσεις από εν λόγω λογαριασμό και προς αυτόν από την ημερομηνία του ανοίγματός του». [17]
Ακόμα περιμένουμε τις απαντήσεις.
