ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

2000. Την εποχή εκείνη είχαμε CD. Λιώναν άραγε κι αυτά, όπως θέλαμε να πιστεύουμε ότι έλιωναν οι δίσκοι βινυλίου από τη χρήση; Αν ναι, το CD με το σάουντρακ του Σταμάτη Κραουνάκη από την ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Αυτή η νύχτα μένει» θα έπρεπε να έχει εξαερωθεί. Εκεί όμως βρίσκεται ακόμα. Σε ένα ράφι που ξεχνάω να ξεσκονίζω πότε πότε.

Ετσι ολόφρεσκη και αναλλοίωτη στον χρόνο μένει στη μνήμη μας και η ταινία. Eίναι η προσφορά της «Εφημερίδας των Συντακτών» στους αναγνώστες της αυτό το Σαββατοκύριακο (3-4 Νοεμβρίου). Η πιο διάσημη και με γκελ στο πλατύ κοινό ταινία του δημιουργού που έφυγε από τη ζωή ξαφνικά τον Ιανουάριο του 2016, στα 74 χρόνια του, ενώ γυρνούσε ακόμα μία, τη δέκατη όγδοη της καριέρας του, το «Amor fati», που ήταν της μοίρας της να μην τη δούμε ποτέ.

Αντίθετα, το «Αυτή η νύχτα μένει» βλέπεται και ξαναβλέπεται. Σαν να είχε βάλει τα δυνατά του αυτός ο παθιασμένος κινηματογραφιστής, -που δεν επένδυε, όπως έλεγε, και πολλά στις ταινίες του και όσο πιο φτηνές ήταν τόσο πιο πολύ του ταίριαζαν- σ’ αυτήν εδώ να βγάλει τον πιο πλούσιο, πιο λαμπρό, πιο μεγάλο, πιο σαγηνευτικό κινηματογραφικό του εαυτό. Και ήταν και μια ταινία απαιτητική, με διαδρομές στην Ελλάδα, εξωτερικά γυρίσματα, ανοιχτούς ορίζοντες. Αλλά και κλειστούς, ασφυκτικούς χώρους, τίγκα στους καπνούς από τα τσιγάρα, τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, τα ντεσιμπέλ από βαριά λαϊκά τραγούδια.

Διότι το «Αυτή η νύχτα μένει», ανάμεσα φυσικά σε πολλά άλλα, είναι ένα κινηματογραφικό έπος των σκυλάδικων της επαρχίας και του ιδιόρρυθμου κόσμου τους. Τα αγαπούσε κάτι τέτοια λαϊκά ο κατά τα άλλα εστέτ αστός Παναγιωτόπουλος. Οπως άλλωστε και τη μουσική, που κάθε τόσο αναβάθμιζε τον ρόλο της στις ταινίες του – και ονειρευόταν να κάνει ένα κανονικό, κανονικότατο μιούζικαλ.

Εδώ είχε στα χέρια του σαν λιμπρέτο το ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, ένα σημαντικό και οξυδερκές οδοιπορικό στα σκυλάδικα, στα καταγώγια, στα «κωλάδικα» της χώρας, χωρίς εξωραϊσμούς και γραφικότητες, αλλά με ειλικρίνεια και αγάπη. «Τη νύχτα ζεις. Μπορεί και να πεθάνεις, αλλά σίγουρα δε φυτοζωείς. Ή ζεις ή πεθαίνεις» γράφει ο Αλεξανδρής. «Είδα περιουσίες να εξανεμίζονται φύλλο φτερό. Φιλίες σοβαρών οικογενειαρχών να γίνονται μίση και πάθη άγρια για μεσόκοπες τραγουδίστριες (…) Είδα έναν κόσμο που άναψε πάνω σε μια σκηνή όλο μάγια».

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος συνεργάστηκε βέβαια με τον Αλεξανδρή στο σενάριο και του έδωσε και ρόλο στην ταινία. Δεν ήθελε όμως να κάνει ντοκιμαντέρ. Μια ερωτική, παθιασμένη αλλά και δύσκολη, συγκρουσιακή σχέση ήθελε να βάλει μέσα στην τότε Ελλάδα, που δεν είχε και τόσες διαφορές από τη σημερινή, όσο κι αν τα σκυλάδικα τα έφαγε μάλλον η κρίση. Παρέδωσε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δυο λαμπερά, πανέμορφα νέα πρόσωπα, που έκτοτε έχουν διαγράψει μεγάλη πορεία στο ελληνικό θέατρο. Τον Νίκο Κουρή, που είχε βέβαια αναδειχθεί παίζοντας τον Τομ στον «Γυάλινο Κόσμο» του Δημήτρη Μαυρίκιου, την πιο hot παράσταση εκείνης της εποχής. Και την εντελώς άγνωστη Θεσσαλονικιά, σέξι και καθηλωτική Αθηνά Μαξίμου, που πρέπει να πούμε ότι μάλλον έκλεψε την παράσταση, άλλωστε κέρδισε το Βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2000.

Ο Αντρέας έχει μια ΕΒΓΑ. Του αρέσει, ψηλά από το δώμα στο οποίο μένει, να βλέπει τα αεροπλάνα να φεύγουν και θα μπορούσε να περάσει όλη του τη ζωή εκεί, αγκαλιά με το κορίτσι του, αλλά και πίσω από τον πάγκο του, να πουλάει τσιγάρα και να κουβεντιάζει με τους φιλόσοφους της γειτονιάς. Η Στέλλα όμως θέλει να γίνει τραγουδίστρια, αυτά τα πεζά δεν τα μπορεί και παίρνει τους επικίνδυνους δρόμους που οδηγούν από σκυλάδικο σε σκυλάδικο. Δεν ήταν αυτή η ζωή που ονειρευόταν, η φωνή της δεν παίζει πια κανένα ρόλο, ο χυδαίος, αλλά και με τη δική του γοητεία κόσμος των επαρχιακών μαγαζιών κινδυνεύει να την καταπιεί. Σ’ αυτή την κάθοδό της στον Αδη την ακολουθεί στενά η κάμερα του Αρη Σταύρου σε μερικές από τις ωραιότερες ανάλογες σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Την ακολουθεί και ο ερωτευμένος Αντρέας. Θα προλάβει να τη σώσει;

Δεν ήταν μόνο ο Κουρής και η Μαξίμου που εκτοξεύτηκαν από την ταινία. Μια μεγάλη λαϊκή φωνή, με καλή βέβαια πορεία στο τραγούδι και τη δισκογραφία, αλλά άγνωστη στο πλατύ κοινό, η Δήμητρα Παπίου, έκανε ένα θριαμβευτικό come back τραγουδώντας το τραγούδι των τίτλων που λέγαμε, ένα από τα καλύτερα που έχει γράψει ποτέ ο Κραουνάκης, στενός άλλωστε συνεργάτης του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Δικοί του και οι στίχοι: «Αυτή η νύχτα μένει, αιώνες παγωμένη, που δυο ψυχές δεν βρήκαν καταφύγιο. Κι ήρθαν στον κόσμο ξένοι και καταδικασμένοι, να ζήσουν έναν έρωτα επίγειο…».