Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί, σήμερα, να ξεκινάει το 27ο Επαγγελματικό Πρωτάθλημα της Α1, ωστόσο το μυαλό των δυο «αιωνίων» του ελληνικού μπάσκετ είναι ξεκάθαρα προσανατολισμένο στην Ευρωλίγκα. Τον σκληρό ευρωπαϊκό μαραθώνιο που ξεκινάει την ερχόμενη εβδομάδα με τελικό προορισμό τη Βιτόρια, η οποία πήρε σειρά από το Βελιγράδι και θα φιλοξενήσει (17-19 Μαΐου 2019) το φάιναλ φορ της φετινής σεζόν.

Αφενός γιατί στην ελληνική λίγκα είναι προδιαγεγραμμένο ότι οι δυο τους θα συναντηθούν στον τελικό, η έκβαση του οποίου θα κριθεί ανάλογα με τα δεδομένα που θα επικρατούν εκείνη την περίοδο. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, οι έδρες τους έχουν πάψει να θεωρούνται απόρθητες και συνεπώς το πλεονέκτημα έδρας δεν είναι πλέον ο καθοριστικότερος παράγοντας στην ανάδειξη του πρωταθλητή. Αφετέρου γιατί οι ευρωπαϊκές πορείες είναι εκείνες αποκαλύπτουν με τον πιο αξιόπιστο τρόπο την πραγματική δυναμική κάθε ομάδας.

Μην ξεχνάμε ότι ο Παναθηναϊκός προβάλλει ως παράσημο τον τίτλο «Εξάστερος». Ο Ολυμπιακός (3 τίτλοι) καμαρώνει για το κατόρθωμα του «back2back» (2012 και 2013).

Την ερχόμενη Πέμπτη, λοιπόν, οι «πράσινοι» ξεκινούν φιλοξενώντας στο ΟΑΚΑ τη Μακάμπι, ενώ την Παρασκευή οι «ερυθρόλευκοι» θα επισκεφθούν στη Μόσχα τη Χίμκι του Γιώργου Μπαρτζώκα.

Θα ακολουθήσουν άλλες 29 αγωνιστικές για να ολοκληρωθεί η κανονική περίοδος, που θα αναδείξει τις ομάδες που θα πετύχουν τον minimum στόχο, που είναι η πρόκριση στα πλέι οφ (οκτάδα).

Οι δυο ελληνικές ομάδες, τα τελευταία χρόνια και λόγω της κρίσης στην οικονομία της χώρας και λόγω του υψηλού ποσοστού που καταβάλλουν στην Εφορία, έχουν πάψει πια να ανήκουν στο γκρουπ εκείνων με το υψηλότερο μπάτζετ, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του 1990 και του 2000. Προσπαθούν να διακριθούν βασισμένες στην τεχνογνωσία και τη βαριά φανέλα που έχουν δημιουργήσει.

Με αυτά και με εκείνα, ο πρωταθλητής Παναθηναϊκός έχει μείνει έξι ολόκληρα χρόνια μακριά από φάιναλ φορ, το μεγαλύτερο διάστημα απουσίας του, από το 1994 που έδωσε πρώτη φορά το «παρών» στο ραντεβού του Τελ Αβίβ. Κι επειδή τα χρόνια αυτά συμπίπτουν με την εποχή που τα ηνία έχει πάρει ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος, η στέρηση έχει εξελιχθεί σε απωθημένο.

Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο προπονητής όσο και οι παίκτες του σε κάθε ευκαιρία δεν θέτουν ως βασικό μέλημά τους τον τίτλο στην Ελλάδα, αλλά να βάλουν τέλος σε αυτό το αχώνευτο και μακρύ διάστημα της ευρωπαϊκής αποτυχίας.

Οπως, επίσης, δεν είναι συμπτωματικό ότι από το 2012 και μετά, παρότι οι «πράσινοι» έχουν πάρει τέσσερα πρωταθλήματα και πέντε Κύπελλα, οι περισσότεροι προπονητές (Πεδουλάκης, Ιβάνοβιτς, Τζόρτζεβιτς) απομακρύνθηκαν μόλις αποτύγχαναν να πραγματώσουν το ευρωπαϊκό όνειρο. Φέτος, ο Τσάβι Πασκουάλ θα έχει την τρίτη και ίσως τελευταία ευκαιρία του.

Τις δυο προηγούμενες, κατάφερε να οδηγήσει το «τριφύλλι» με πλεονέκτημα έδρας στα πλέι οφ, αλλά και τις δυο αποκλείστηκε από τις ομάδες (Φενέρμπαχτσε, Ρεάλ Μ.) που στη συνέχεια πήραν την κούπα.

Στην προσπάθειά του αυτή ποντάρει στον εγκέφαλο που λέγεται Καλάθης, στην εμπειρία του δίδυμου Γκιστ – Λάσμε που ξανάσμιξε και στην ενίσχυση του ελληνικού κορμού με τον Παπαπέτρου, αλλά και τον Παπαγιάννη.

Από την άλλη, ο Ολυμπιακός, από την ημέρα που έφυγε ο Ιβκοβιτς, έχει καταφέρει να κατακτήσει μια Ευρωλίγκα, το 2013 στο Λονδίνο υπό τον Μπαρτζώκα, με το καλύτερο μπάσκετ που έπαιξε στη σύγχρονη ιστορία του και να πάει σε δύο τελικούς υπό τον Σφαιρόπουλο, αλλά τους έχασε γιατί είχε (και) την ατυχία να βρεθεί αντιμέτωπος με τις οικοδέσποινες: το 2015 με τη Ρεάλ στη Μαδρίτη και το 2017 με τη Φενέρμπαχτσε στην Κωνσταντινούπολη.

Τα δυο τελευταία χρόνια έμεινε χωρίς τίτλο, το μπάσκετ που έπαιζε δεν ήταν καθόλου ελκυστικό, με αποτέλεσμα οι αδελφοί Αγγελόπουλοι να πάρουν την απόφαση και να επενδύσουν σε ένα μεγάλο όνομα της προπονητικής, τον Ντέιβιντ Μπλατ.

Προσδοκούν ότι ο Αμερικανοϊσραηλινός που έχει κατακτήσει τον τίτλο με τη Μακάμπι (2014) εκπροσωπεί ένα πιο σύγχρονο στιλ παιχνιδιού, το οποίο βασίζεται περισσότερο στην αθλητικότητα και την ταχύτητα, στοιχεία που φάνηκε ότι έλειψαν τα τελευταία χρόνια.

Ο Μπλατ προσπάθησε να συνδυάσει τον ομοιογενή ελληνικό κορμό (παρά την αποχώρηση του Παπαπέτρου), επιλέγοντας ξένους παίκτες (Γκος, ΛεΝτέι, Τουπάν) όχι και τόσο γνωστούς, αλλά με προδιαγραφές να εξυπηρετήσουν το δικό του μπάσκετ.

Το μειονέκτημα που έχουν οι Πειραιώτες είναι ότι, όταν αλλάζεις προπονητή και ταυτόχρονα αγωνιστική φιλοσοφία, χρειάζεσαι περισσότερο χρόνο προσαρμογής.

Η επίσπευσή του μαζί με τη διαχείριση του Σπανούλη μοιάζουν να είναι τα βασικά κλειδιά σε αυτή τη νέα εποχή.

Και αν αυτή είναι η εικόνα των δυο «αιωνίων» που θα προσπαθήσουν να φτάσουν μέχρι τη «Φερνάντο Μπουέσα Αρένα», κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η φετινή διοργάνωση δείχνει πως θα είναι η πιο σκληρή των τελευταίων χρόνων.

Μέχρι πέρυσι ξέραμε τις έξι ομάδες και ψάχναμε δύο για να συμπληρώσουν τα πλέι οφ, με σποραδικές εκπλήξεις (Λοκομοτιβ Κουμπάν, Ζαλγκίρις) που απλά επιβεβαίωναν τον κανόνα, αφού από το τελικό καρέ συνήθως δεν έλειπαν η ΤΣΣΚΑ, η Φενέρμπαχτσε και η Ρεάλ Μ. Φέτος όλοι συμφωνούν ότι υποψήφιες να διεκδικήσουν μια θέση στην οχτάδα είναι τουλάχιστον 12 ομάδες.

Αν εξαιρέσουμε τις πρωτάρες Μπουντούτσνοστ, Γκραν Κανάρια και Μπάγερν, οι οποίες υστερούν σε εμπειρία, και την τουρκική Νταρουσάφακα, που επέστρεψε με μειωμένο μπάτζετ ως κάτοχος του Γιούροκαπ, ποιος μπορεί να μη συμφωνήσει ότι θα είναι εξωφρενικό να αποτύχουν και πάλι ομάδες-σύμβολα, όπως η Μακάμπι και η Μπαρτσελόνα που ξοδεύουν λεφτά με τη σέσουλα για να επανέλθουν;

Δεν θα έρθει κάποια στιγμή να ανέβουν κάποιες άλλες όπως η Αρμάνι και η Εφές που έχουν πολύ μεγάλα μπάτζετ; Η Λαμποράλ μοιάζει σταθερή αξία, η Χίμκι πέρυσι μπήκε πρώτη φορά στην οχτάδα και μαθαίνει.

Κατά γενική ομολογία το αίνιγμα θα είναι η περσινή μεγάλη έκπληξη: η Ζαλγκίρις Κάουνας του Σαρούνας Γιασικεβίτσιους που έχασε βασικά στελέχη και έχει να περάσει έναν πήχη που η ίδια έβαλε ψηλότερα από όσο κανείς φανταζόταν.