ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο απόλυτο σκοτάδι ακούμε τη μελωδία ενός ακορντεονίστα. Οταν ανάβουν τα φώτα, ένας άντρας, μαγεμένος από τους ήχους, ξεσπά σε χειροκροτήματα… Ο Αρης Λεμπεσόπουλος μονολογεί και συνδιαλέγεται μ’ έναν μουσικό αλλά και με τους θεατές πάνω σε θέματα οικεία σε όλους: μοναξιά, θάνατος, έρωτας, συντροφικότητα, γυναίκες. Μια παράσταση βασισμένη στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Ο άνθρωπος με το λουλούδι στο στόμα» που σκηνοθετεί ο Τάσος Ιορδανίδης στο θέατρο «Altera Pars».

• Δεν κουράζει το ίδιο έργο για δεύτερη σεζόν;

Κούραση που δεν αντιλαμβάνεται το κοινό, αλλά ναι, υπάρχει. Είναι αφύσικο από το φθινόπωρο ώς τον Μάιο να παίζεις το ίδιο έργο και μάλιστα Σέξπιρ. Για μένα ήταν πάντα κάτι φρικτό, ποτέ δεν κατάφερα να εξοικειωθώ με τη συνθήκη της επανάληψης. Ομως όταν πρέπει να ζήσεις από αυτή τη δουλειά, συμβιβάζεσαι. Το κάνεις όσο μπορείς καλύτερα και αισθάνεσαι ευγνώμων που έχεις ξανά δουλειά.

Η παράσταση θα παίζεται μέχρι τις γιορτές ξαναδουλεμένη, με μια καινούργια ματιά πάνω στο έργο. Θα αποδείξει την αντοχή της, αν μπορεί να αποκτήσει ένα άλλο κοινό, στις 6 το απόγευμα, μόνος στη σκηνή μ’ ένα τρυφερό κείμενο του Πιραντέλο.

Διάβασα το έργο πολύ νέος και τότε είχα νιώσει έντονα την επιθυμία να το παίξω κάποτε. Τώρα επέστρεψε ως δώρο μέσα από την πρόταση του Τάσου Ιορδανίδη. Χάρηκα πολύ γιατί στη δουλειά μας αυτά δεν είναι αυτονόητα.

Η παράσταση είναι με αφορμή το έργο του Πιραντέλο που κρύβει τρυφερότητα, μελωδίες και μυρωδιές οικείες. Δεν είμαι μόνος στην σκηνή. Δεν ήθελα μονόλογο, μου είναι αφόρητη η μοναξιά της σκηνής. Είναι μαζί μου ένας ακορντεονίστας κι αυτή η συνύπαρξη, να με ακούει κάποιος και να μου απαντάει με μουσική, είναι βάλσαμο.

• Υπάρχει η σκιά μιας γυναίκας στο έργο που ποτέ δεν ξεκαθαρίζεται ποια είναι, τι σχέση έχει με τον ήρωα.

Και στην παράστασή μας το πρόσωπο αυτό παραμένει στη σκιά, μετέωρο, αινιγματικό γύρω από τον ρόλο, τη συμμετοχή ή τη συνενοχή του. Θυμάμαι μια φράση από τον «Φάουστ» στον οποίο έπαιξα κάποτε, που όταν τη συνειδητοποίησα, είχα πετρώσει: Τα πάντα είναι αίσθηση. Αντί πολλών εξηγήσεων συχνά λέω κι εγώ το ίδιο: Ολα είναι θέμα αίσθησης.

Παίζοντας αυτό το έργο, μυρίζεις την θάλασσα του Νότου, το πεύκο, το χωριό. Κι αυτή η αίσθηση μου είναι οικεία, την ξέρω. Αίσθηση που δεν ισχύει με τον Σέξπιρ – για μένα ήταν πάντα ένας μακρινός Αγγλοσάξονας. Ακόμα και η τραγωδία, παρόλο που πρόκειται για σπουδαία κείμενα των προγόνων μας, μου δημιουργούσε πάντα αμηχανία. Ο συγγραφέας που μου είναι απελπιστικά κοντινός είναι ο Τσέχοφ αλλά και ο Πιραντέλο.

• Ευχαριστημένος ύστερα από τόσα χρόνια στο θέατρο;

Βρίσκω υπεραρκετό το ότι άντεξα στον χώρο, θεωρώ σημαντικό το γεγονός, μεγάλη νίκη. Η δασκάλα μου Αλέκα Κατσέλη μάς έλεγε: Ελάτε μετά από 10 χρόνια να μου πείτε πόσοι από εσάς είστε στο επάγγελμα. Εγώ δεν φαινόμουν ότι θα άντεχα, ότι θα κάνω κάποια καριέρα. Μη σου πω ότι ήθελαν και να με κόψουν στη σχολή. Από την άλλη, αυτοί που φαίνονταν ότι θα κάνουν καριέρα δεν την έκαναν ποτέ. Αντεξα… Χωρίς να είμαι γόνος ή μέλος παρεών, χωρίς σχέσεις με τις καλές «οικογένειες» του χώρου.

• Γιατί το λέτε αυτό;

Γιατί ο πρωταθλητισμός απαιτεί στοχοπροσήλωση, για την οποία εγώ δεν ήμουν ποτέ διατεθειμένος. Εγώ δεν είχα ούτε τη στόφα ούτε την επιθυμία για τέτοιο αγώνα. Απαιτεί σκληρή προπόνηση, υπομονή, επιμονή, εμμονή, ένα συγκεκριμένο είδος… κοινωνικότητας, έναν προσεκτικά διαλεγμένο περίγυρο, δημόσιες σχέσεις, μη σου πω κι έναν καλό γάμο… Οταν κάνεις πρωταθλητισμό, οι κινήσεις σου δεν είναι τυχαίες.

• Το ταλέντο δηλαδή δεν γίνεται ποτέ ρυθμιστής;

Μεγάλο θέμα το τι είναι ταλέντο. Να στέκεσαι καλά στη σκηνή; Να τα λες ωραία; Μήπως γεννιέσαι μ’ αυτό; Ξαναλέω ότι η δική μου νίκη είναι ότι απλώς άντεξα. Δηλαδή, πού και πού παίζω… Αυτό έχω να αντιπαραθέσω στα σύγχρονα θεατρικά «Ερεχθεία», στους δημογέροντες και στους κοτσαμπάσηδες. Αντεξα με τον δικό μου τρόπο. Δεν έμαθα πώς να παίζω. Δεν κωδικοποίησα καμιά τεχνική, δεν έχω σχολή υποκριτικής, δεν δίδαξα σε δραματικές σχολές, δεν μπορώ να πω σε κανέναν ηθοποιό πώς να παίξει. Δεν κοινώνησα την τέχνη του θεάτρου με αγίους…

• Τι εννοείτε;

Από νέος δεν είχα φανατισμό με τη δουλειά. Μετά την πρόβα ήθελα να πηγαίνω βόλτες, να καπνίζω, να περπατάω, μου αρέσει πολύ να περπατάω. Δεν μπορούσα να συμμεριστώ ότι αυτό που κάνουμε είναι τόσο σημαντικό, τόσο ιερό. Αν είναι ιερό, ας αφήσουμε να το νιώσουν εκείνοι που παρακολουθούν από κάτω.

Εγινα ηθοποιός για να συνυπάρξω με τους άλλους, όμως δεν άντεχα την «αγιοσύνη» της αποστολής στο θέατρο, την καταπίεση που απαιτεί αυτός ο «ρόλος». Δεν μπορούσα 28 ώρες το 24ωρο να ασχολούμαι με το τι εννοεί η φράση «Καλημέρα, Γιάννη»… Δεν ήθελα να περνάω το μήνυμα ότι αυτό που κάνω είναι πολύ ιδιαίτερο, να θεωρώ ότι εγώ, τώρα, αλλάζω τον κόσμο… Ποτέ δεν πείστηκα ότι γίνομαι ένας άλλος. Στη σκηνή υπήρξα πάντα ο εαυτός μου, κομμάτια του δάνειζα στους ρόλους.

• Εχοντας αυτή την ιδιοσυγκρασία, ήταν εύκολες οι συνεργασίες σας;

Μα γι’ αυτό σας είπα: πού και πού παίζω… Δεν περιέφερα τον εαυτό μου με αγιότητα –απορώ πάντα πώς υπάρχουν στον χώρο μας τόσο άγιοι άνθρωποι… Ισως τις συγκρούσεις να τις κάνουν άλλοι, πίσω από αυτούς. Εγώ δεν θέλω ν’ αλλάξω κανέναν μέσα από αυτή τη δουλειά. Ούτε κι εγώ έχω μεταμορφωθεί. Οι περισσότεροι συνάδελφοί μου δεν είναι της θεατρικής… αγιοσύνης.

Είναι απλοί, αβέβαιοι άνθρωποι, πλάσματα ανασφαλή, τρωτά, ευάλωτα που δυο φορές τον χρόνο αναζητούν εργασία. Ελάχιστοι έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν αυτό που θα κάνουν. Λες και είμαστε Γιατροί Χωρίς Σύνορα στον Τρίτο Κόσμο και κάθε βράδυ σώζουμε ζωές. Θέλω να πω ότι έχει δοθεί μια υπερβατική διάσταση στη δουλειά του θεάτρου, η οποία, στην πραγματικότητα, απομακρύνει και από τη βαθύτερη ουσία της.

• Κι όμως στη σκηνή, τελικά, δεν συντελείται κάτι αυθεντικό, πέρα από όλα αυτά;

Ναι, αλλά αυτό το ανείπωτο δεν έχει να κάνει με καμιά πνευματικότητα. Κάποτε στο Μέγαρο συνεργάστηκα με λυρικούς τραγουδιστές, εκπληκτικές φωνές. Στη σκηνή έμενα να τους χαζεύω. Αργότερα τους άκουγα στο καμαρίνι να σαχλαμαρίζουν, να λένε σόκιν ανέκδοτα κι άλλα τέτοια. Είπα μέσα μου: «Θεέ μου, πώς συνταιριάζει η θεία φωνή με τη βλακεία;» Μα έτσι είναι. Οι καλλιτέχνες, αν εξαιρέσουμε κάποιους μεγάλους σαν την Κάλλας η οποία διέθετε και ταλέντο και πνευματικότητα, κατά βάση, δεν εμφορούνται από κάτι μεγαλειώδες πνευματικά…

Το κλειδί της επιτυχίας είναι το κείμενο, το πώς περνάει κάτω. Πάντα πίστευα ότι το θέατρο είναι ένα παιχνίδι, αλλά μην πιστέψεις ποτέ ότι είναι εύκολο να παίζεις. Δεν διεκδίκησα ποτέ ρόλους, δεν έχω σιγουριές, ξεκινάω πάντα με τη σκέψη ότι θα τα κάνω όλα χάλια. Δεν έχω σκηνοθετική άποψη, ούτε θέλω ν’ αποκτήσω, ούτε να διδάξω. Πού και πού υπάρχω, παίζω. Επαιξα και ρόλους που βαριόμουν, που σιχαινόμουν, έπρεπε να κάνω πράγματα για να ζήσω. Η μεγάλη λοιπόν νίκη είναι μόνον αυτό: άντεξα.

• Παρ’ όλα αυτά, έχετε παίξει πολύ. Και πρώτους ρόλους, και κλασικό ρεπερτόριο, και σε καλές σειρές στην πιο δημιουργική περίοδο της τηλεόρασης…

Ημουν τυχερός, δεν υποτίμησα ποτέ την τηλεόραση. Από πολύ νέο με βοήθησε να συμφιλιωθώ με την εικόνα μου. Επαιξα σε ωραίες σειρές εκείνα τα χρόνια, όπου υπήρχε μυθοπλασία, έζησα ωραίες στιγμές, μέσα στη συνθήκη του τηλεοπτικού επείγοντος, ένιωσα προστατευμένος όσο γινόταν. Η τηλεόραση με οδήγησε στο θέατρο κι όχι κάποιος μέντορας θεατράνθρωπος.

Με κούραζε όλο το γύρω γύρω, η έμφυτη στον καλλιτέχνη ματαιοδοξία, ο αυτισμός της δουλειάς, η ανάγκη να σε θαυμάζουν, να αρέσεις, βρε παιδί μου, οπωσδήποτε. Δεν ρωτάω πια κανένα αν του άρεσε η παράσταση, μου φαίνεται χαζό… Αλλωστε όλα είναι υποκειμενικά. Αν αρέσεις σε όλους, είναι ύποπτο, όπως και το να μην αρέσεις σε κανέναν. Δεν έχω απωθημένα, δεν θέλω να παίξω ρεπερτόριο. Ο,τι μου προσφερθεί θα το δεχτώ ως δώρο, όπως και τώρα με τον Πιραντέλο.

• Παρακολουθείτε τι γίνεται στην κοινωνία, στα πολιτικά πράγματα;

Οταν έσκασε η κρίση, η γυναίκα μου ως μηχανικός υπολογιστών σκέφτηκε να μετακομίσουμε στην Αμερική που ήταν όνειρό της να δουλέψει εκεί. Το σκέφτηκα, αλλά δεν συμφώνησα. Ηθελα κάποτε να μπορώ να πω στα παιδιά μου: «Ο πατέρας σας υπήρξε σ’ αυτή τη δουλειά ώς το τέλος. Εστω με τους όρους του».

Μεγαλώνοντας, επαναλαμβάνω συνεχώς στον εαυτό μου: «Σκέψου θετικά». Ενα καλοστημένο παιχνίδι είναι η πολιτική· δεν ασχολήθηκα ποτέ. Για μένα η λέξη που τα λέει όλα είναι «μπαρμπούτσαλα», την πρωτοείπε ο Χάρυ Κλυνν, χρόνια πριν, σε συνέντευξή του στη Μαρία Ρεζάν. «Αβυσσος» λένε κάποιοι για την κατάσταση κι εγώ συμπληρώνω: «Μη σου πω και Ανάβυσσος»… Ενα παιχνίδι είναι το θέατρο, όπως η πολιτική, η ζωή. Κλοτσάμε την μπάλα όπως και όσο αντέχουμε. Στο ποδόσφαιρο καταλήγουμε στο τέλος, στη Γιουβέντους…

INFO: Θέατρο «Altera Pars» (Μ. Αλεξάνδρου 123, Κεραμεικός, τηλ.: 210-3410011).