Μεταφέρω δείγματα ποίησης του καθηγητή Γιάννη Πανούση, γνωστού ως ακαδημαϊκού δασκάλου και κάτι λίγο ως πολιτικού, από το τελευταίο βιβλίο του «Μοιρόγραφτο». Αντιγράφω, πριν, από το οπισθόφυλλο: «Η ποιητική συλλογή “Μοιρόγραφτο” είναι η πρώτη με το όνομά του, επειδή πιστεύει ότι, αφενός, ήρθησαν όλοι οι λόγοι της σύγχυσης για “διπλή ταυτότητα” και, αφετέρου, έφτασε η ώρα της δημόσιας αφήγησης/εξομολόγησης τόσων βιωμάτων και προκλήσεων».
Δείγμα πρώτο: Τεχνο-α-λογία. «Τον τεχνο-α-λογικό επισκέπτη/τον φιλέψαμε καφέ και κουλουράκι/μιλήσαμε ώρες μαζί του/για τον γαλαξία των κλώνων/αλλά διστάσαμε να τον ρωτήσουμε/για τη μάνα του και την αδελφή του/που ζουν χώρια/σε άλλες συχνότητες/για τους παιδικούς του φίλους που δεν βρίσκει κανένα λόγο να τους συναντήσει./ Φοβισμένοι και μοναχικοί υπερήρωες/αφού τα ψυχικά ισοδύναμα/του αδιάφορου κυβερνοχώρου δεν έχουνε ακόμη εντοπιστεί,/ισόθεοι του Χάους/που αλόγιστα μηχανεύονται την κατασκευή/ενός νέου γενναίου κόσμου/(κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ποιανού;)/αποφεύγοντας να μελετήσουν/την περατότητα της τροχιάς των σωμάτων/και τη ματαιότητα των κύκλων της Ζωής».
Δείγμα δεύτερο: Δήλωση. «Για να τελειώνω μια για πάντα/με τους προβληματισμούς, τις απορίες, τα σχόλια/φίλων και λιγότερο φίλων/“Δεν είμαι στην υπηρεσία κανενός./Ούτε καν του εαυτού μου».
Δείγμα τρίτο: Ακυρον; «Προεδρικά διατάγματα από ακατάλληλους να διατάζουν./Νομοθετικές ρυθμίσεις από κατ’ εξοχήν παραβάτες του νόμου./Υπουργικές αποφάσεις από ανίκανους να κυβερνούν./Εγκύκλιες ερμηνευτικές από ανεύθυνους να κατευθύνουν./Δεν φταίει η Δημοκρατία/όταν οι αυτο-εξυπηρετούμενοι θεράποντές της/ακυρώνουν την ισχύ της/υπογράφοντας για “πάρτη τους”».
Δείγμα τέταρτο: Ευλογία; «Ευλογημένος τόπος/ευλογημένος λαός/ευλογημένη γλώσσα/Κι όμως δεν μπορούμε/χρόνια τώρα/ να συνεννοηθούμε μεταξύ μας/(και δυστυχούμε εν ευλογία τελούντες)».
Δείγμα πέμπτο: Ωδή στην Πατρίδα. «Πατρίδα που σε γνώρισα/στ’ αναγνωστικά του σχολείου/πάνω στο λόφο του Κολωνού/ Πατρίδα που σ’ αγάπησα/στις διηγήσεις του περήφανου παππού/πλάι στη σβησμένη ξυλόσομπα/ Πατρίδα που σε ανακάλυψα/μέσα στις σκοπιές της ομιχλώδους Λάρισας/ Πατρίδα που σε θαύμασα/στις απαντοχές της Κομοτηνής/ Πατρίδα που σε λησμόνησα/τρέχοντας από ’δώ κι απο ’κεί/για να βρω μιαν άλλη ταυτότητα/ Πατρίδα που σ’ έχασα -ευτυχώς για λίγο-/χαμένος κι εγώ στις φρούδες υποσχέσεις/μιας παγκοσμιοποιημένης ειρήνης/ Πατρίδα που σε πλήγωσα/αρνούμενος την ιστορία και τους ήρωές σου/ Πατρίδα που σε πρόδωσα/κρατώντας και κυματίζοντας άλλες σημαίες/ Πατρίδα-μάνα/πρέπει να ξαναγυρίσεις κοντά μας/να προστατεύσεις όλα σου τα παιδιά/στην Ελλάδα και στην ξενητειά/από τους κινδύνους του μέλλοντος/Χωρίς εσένα/κρατάμε τη δάδα μιας δόξας/που μας καίει δίχως ποτέ να μας φωτίζει».
Δεν γνωρίζω αν είναι καλό που τόσα χρόνια καταχωνιάστηκε η ποίηση, η οποία βεβαίως και είναι εξομολόγηση, έκθεση στην αγορά. Θεωρώ ότι η ποίηση είναι ύψιστο εθνικό καθήκον όταν υπάρχει, όταν τα ποιήματα είναι εκεί, συναντούν τον ποιητή -η ακαδημαϊκή καριέρα και η πολιτική όφειλαν να έπονται· δεν σηκώνουν αυτές το ειδικό εθνικό βάρος που επωμίζεται η καλή, μεγάλη και γυμνή, καθαρή ποίηση. Η ποίηση είναι μεγάλη υπόθεση και αρπάζει από την αρχή [της] τον χρόνο.
