Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η αναμενόμενη σκληρότερη νομοθεσία με στόχο τον δραστικό περιορισμό των χαμηλής εκπαίδευσης μεταναστών στη Βρετανία, η ιατρική έρευνα η οποία συσχετίζει σε μεγάλο βαθμό την άνοια με την μόλυνση του περιβάλλοντος, η όξυνση της εμπορικής διαμάχης Ουάσιγκτον-Πεκίνου για τους νέους δασμούς που θα επιβάλλουν σε λίγες ημέρες οι ΗΠΑ, καθώς και η αποπομπή του Γερμανού πρώην επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος Χανς Μάασεν, ο οποίος αμφισβήτησε τις επιθέσεις των ακροδεξιών στο Κέμνιτς, αποτελούν ορισμένες από τις σημαντικότερες ειδήσεις που συναντάμε στα πρωτοσέλιδα του σημερινού διεθνούς Τύπου.

Στη Βρετανία, οι Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους «Η Βρετανία έτοιμη για νέο, σκληρό περιορισμό των χαμηλής εκπαίδευσης μεταναστών» και στο σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει ότι τα σχέδια της πρωθυπουργού Μέι για δραστικό περιορισμό των μεταναστών έλαβαν νέα ώθηση χθες, καθώς ανεξάρτητη κυβερνητική έκθεση ζητά το τερματισμό της φιλοξενίας χαμηλής εκπαίδευσης μεταναστών από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Πρακτικά» γράφει η εφημερίδα «αυτό σημαίνει ότι από τον Ιανουάριο του 2021 οι πολίτες της Ε.Ε. θα υπόκεινται στους ίδιους κανόνες και νόμους με αυτούς που προέρχονται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Στο έτερο πρωτοσέλιδο θέμα της η εφημερίδα έχει τίτλο «Η απειλή της άνοιας γιγαντώνεται σε περιοχές που πλήττονται από τη μόλυνση». Σύμφωνα με την πρώτη βρετανική έρευνα του Βασιλικού Κολεγίου, που έγινε για το θέμα αυτό, ο κίνδυνος ανάπτυξης άνοιας είναι αυξημένος κατά 40% για όσους διαβιούν σε περιοχές με υψηλά επίπεδα μόλυνσης όπως το Λονδίνο. Η έρευνα εξέτασε τα στοιχεία 131.000 Λονδρέζων άνω των 50 ετών, εκ των οποίων οι 2.200 παρουσίασαν άνοια τα τελευταία επτά χρόνια.

Στη Γαλλία, η Le Monde γράφει στο πρωτοσέλιδό της «Κορέες: Μια επίσκεψη για διαπραγμάτευση της ειρήνης» και στο κύριο άρθρο αναφέρει ότι οι πρόεδροι της Νότιας και της Βόρειας Κορέας ξεκίνησαν την συνάντηση τους στην Πιονγιάνγκ με αντικείμενο την αποπυρηνικοποίηση της κορεατικής χερσονήσου.

Στη Γερμανία, στο υπουργείο Εσωτερικών θα συνεχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία ο πρώην πλέον επικεφαλής της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος Χανς-Γκέοργκ Μάασεν γράφει η Frankfurter Allgemeine Zeitung. Όπως επισημαίνει, οι τρεις κυβερνητικοί εταίροι (Χριστιανοδημοκράτες, Χριστιανοκοινωνιστές και Σοσιαλδημοκράτες) συμφώνησαν στην αποπομπή του Μάασεν, ο οποίος μετά τις συγκρούσεις στην πόλη Κέμνιτς και τις επιθέσεις ακροδεξιών εναντίον μεταναστών που ακολούθησαν το θανάσιμο μαχαίρωμα ενός Γερμανού, είχε ισχυριστεί ότι δεν υπήρξε ανθρωποκυνηγητό μεταναστών, αμφισβητώντας ακόμη την αυθεντικότητα των βίντεο που το αποδείκνυαν.

Η υπόθεση διευθετήθηκε «δια της προαγωγής» του αποπεμφθέντος, παρατηρεί η εφημερίδα. «Πλέον μπορούν οι Σοσιαλδημοκράτες που ζητούσαν την αποπομπή Μάασεν και οι Χριστιανοκοινωνιστές που τον στηρίζουν να ισχυριστούν ότι επέβαλαν τη θέλησή τους», επισημαίνει η εφημερίδα της Φραγκφούρτης, που σχολιάζει ότι η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος αποκτά νέο επικεφαλής. Επιπροσθέτως επισημαίνει ότι ο Χορστ Ζεεχόφερ διατηρεί τον Μάασεν, ο οποίος μετακινείται στο υπουργείο του και μάλιστα με υψηλότερο μισθό, όπως υπογραμμίζει η FAZ. Ο σχολιαστής της εφημερίδας εκτιμά ότι παρά τη διευθέτηση της υπόθεσης Μάασεν, «η αντιπαράθεση για την προσφυγική πολιτική της Άγκελα Μέρκελ θα συνεχιστεί».

Για «θέατρο του παραλόγου» κάνει λόγο η Tageszeitung (TAZ). «Προαγωγή αντί απόλυσης», σχολιάζει η εφημερίδα του Βερολίνου, χαρακτηρίζοντας «δεξιό συνωμοσιολόγο» τον Μάασεν. Η TAZ γράφει ότι η αποπομπή του γερμανού αξιωματούχου ήταν «ό,τι καλύτερο μπορούσε να του συμβεί», δεδομένου ότι συνοδεύτηκε από την προαγωγή του. «Και οι Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ζητήσει την αποπομπή του είναι ικανοποιημένοι. Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορεί καν να τα διανοηθεί κανείς, τόσο παράλογα είναι», σχολιάζει η TAZ.

Έτερο κυρίαρχο θέμα σχολιασμού στον γερμανικό Τύπο αποτελεί και όξυνση της εμπορικής διαμάχης ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή δασμών με συντελεστή 10% σε κινεζικές εισαγωγές ύψους 200 δις δολαρίων, με το Πεκίνο να προαναγγέλλει ότι θα απαντήσει με το ίδιο νόμισμα.

Το θέμα βρίσκεται τόσο στο πρωτοσέλιδο όσο και στις σχολιαστικές σελίδες της οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt, η οποία επιχειρεί να καταδείξει το εύρος των πιθανών επιπτώσεων της αντιπαράθεσης μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. «Η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα επιφέρει παράπλευρες απώλειες για όλους», προειδοποιεί ο σχολιαστής της εφημερίδας του Ντύσελντορφ.

Η Handelsblatt επιχειρεί να ανιχνεύσει τα αίτια της νέας όξυνσης «Το ότι η κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου αφορά περισσότερο την πολιτική από ό,τι την οικονομία είναι προφανές. Ο Τραμπ βρίσκεται ενόψει των (ενδιάμεσων) εκλογών στο Κογκρέσο, πιεζόμενος από τα ποσοστά δημοτικότητάς του που πέφτουν και θέλει να παρουσιαστεί στους ψηφοφόρους του ως ανυποχώρητος θιασώτης της πολιτικής «Πρώτα η Αμερική».

Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ, τέλος, οι New York Times γράφουν στο πρωτοσέλιδό τους «Η Κίνα ξεμένει από πυρομαχικά στον Εμπορικό Πόλεμο» και στο κύριο άρθρο τονίζουν ότι μετά την επιβολή δασμών ύψους 34 δισ. τον Ιούλιο και 16 δισ. τον Αύγουστο στην Κίνα ο Ντόναλντ Τραμπ προχωρά από την ερχόμενη εβδομάδα σε επιβολή δασμών-μαμούθ ύψους 200 δισ. δολαρίων. Όπως υποστηρίζει η εφημερίδα, το Πεκίνο δεν μπορεί να προχωρήσει σε αντίμετρα τέτοιας εμβέλειας με το γεγονός αυτό να συνιστά πρόβλημα για την οικονομία της πολυπληθέστερης χώρας του πλανήτη.