Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βαθιά θλίψη στο χώρο της δημοσιογραφίας καθώς η οικογένεια των αθλητικών συντακτών έχασε σήμερα τον Ανδρέα Μπόμη, που «έφυγε» σε ηλικία 80 ετών, και τον 68χρονο Νίκο Αντωνιάδη, o οποίος όπως έγινε γνωστό λίγες ώρες αργότερα πέθανε μετά από μάχη με το καρκίνο.

Η ΕΣΗΕΑ και ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αθλητικού Τύπου εξέφρασαν τη λύπη τους για το θάνατο των δύο σημαντικών δημοσιογράφων κι έστειλαν τα συλλυπητήρια τους στους συγγενείς των θανόντων.

Ο Μπόμης διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ, ενώ ως μέλος του ΠΣΑΤ τα τελευταία χρόνια εκλεγόταν ομόφωνα Πρόεδρος σε όλες τις Γενικές Συνελεύσεις.

Ξεκίνησε τη λαμπρή διαδρομή του σε ηλικία 20 ετών, από το περιοδικό Αυτοδιοίκηση, εκδότης του οποίου ήταν ο πατέρας του, Παναγιώτης, για να συνεχίσει στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1959 και το περιοδικό Πρώτο. 

Το 1960 προσελήφθη στην Απογευματινή και στη συνέχεια ανέλαβε αρχισυντάκτης του αθλητικού και αργότερα όλης της εφημερίδας, στην οποία και παρέμεινε μέχρι το 1983 όταν και μεταπήδησε στον Ελεύθερο Τύπο ως διευθυντής για έξι μήνες και το 1984 συνέχισε στο Έθνος. Αρχισυντάκτης, Διευθυντής Σύνταξης και Γενικός Διευθυντής του περιοδικού Εικόνες, από τις οποίες αποχώρησε 18 μήνες πριν τη διακοπή της έκδοσης.

Η ιδέα του «Εθνοσπόρ», ο σχεδιασμός και η έκδοση υπό την διεύθυνση του σηματοδότησαν και μια άκρως δημιουργική περίοδο. Ολοκλήρωσε τη δημοσιογραφική του διαδρομή στον ΔΟΛ, ως επικεφαλής του τμήματος ειδικών εκδόσεων.

Ο Μπόμης είχε και σημαντικό συγγραφικό έργο, αφού κυκλοφόρησε 11 αθλητικά βιβλία, μεταξύ των οποίων: «Ετήσια Αλμανάκ ελληνικού και ξένου ποδοσφαίρου» (1980-1983), Επίτομη έκδοση για το Παγκόσμιο Κύπελλο (1990), Τρίτομο Αλμανάκ του ποδοσφαίρου (1991), «Γκολ 2000, ένας αιώνας ποδόσφαιρο» (1999), «Αυτή είναι η ιστορία της Εθνικής Ελλάδας και πως φθάσαμε στην Αφρική» (2009).

Στην τηλεόραση είχε τις εκπομπές «Αθλόραμα», όπου παρουσίασε το πρώτο αθλητικό τηλεοπτικό παιχνίδι «1-Χ-2», ενώ για πολλά χρόνια ήταν ο σχολιαστής στον «Κόσμο των Σπορ».

Το 2017, τιμήθηκε στα 33α Δημοσιογραφικά Βραβεία του Ιδρύματος Μπότση για το ήθος του στην ελληνική δημοσιογραφία, ως ένας εκ των κορυφαίων αθλητικών συντακτών. Το 2018, το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ τίμησε τον Μπόμη, μαζί με άλλους 15 βετεράνους του αθλητικού ρεπορτάζ.

Όπως σημειώνει η ΕΣΗΕΑ ο Μπόμης άσφησε «πίσω του μια ζηλευτή καριέρα στη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε διευθυντικές θέσεις για δεκαετίες και υπήρξε δάσκαλος για πλήθος νέων συναδέλφων. Δίδαξε, επίσης, εκτός από τους χώρους της δουλειάς και σε ιδιωτικές σχολές δημοσιογραφίας. Ήταν ένας δάσκαλος της δημοσιογραφίας κυριολεκτικά. Όσοι είχαν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν και να συνεργαστούν μαζί του θα θυμούνται πάντοτε τον αδαμάντινο χαρακτήρα του, τη φυσική του ευγένεια, το χιούμορ και το αιώνιο χαμόγελο που τον χαρακτήριζαν».

Ο Νίκος Αντωνιάδης, που συνόδευσε με τη φωνή του όλες τις μεγάλες επιτυχίες του ελληνικού στίβου, άρχισε την καριέρα του στο «Φως των Σπορ» καλύπτοντας το σχετικό ρεπορτάζ.

Παράλληλα εργάστηκε και στο «Έθνος» από το οποίο το 1983 έφυγε για τον «Ελεύθερο Τύπο» με τον οποίο συνεργάστηκε από την πρώτη μέρα της έκδοσής του και έφθασε να γίνει διευθυντής του αθλητικού τμήματος.

Καθοριστική για τη σταδιοδρομία του υπήρξε η συνεργασία του με την ΕΡΤ. Κάλυψε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις του κλασσικού αθλητισμού από την δεκαετία του ’90. Συνέδεσε με την φωνή του μεγάλες διακρίσεις, όπως τα χρυσά μετάλλια της Βούλας Πατουλίδου στη Βαρκελώνη, του Κώστα Κεντέρη στο Σίδνεϊ και άλλων.

Ακόμα και μετά την συνταξιοδότησή του συνέχισε να βρίσκεται κοντά στην μεγάλη του αγάπη τον αθλητισμό, να παρακολουθεί και να συμβουλεύει τους νεώτερους συναδέλφους του.

Η ΕΣΗΕΑ υπογράμμισε ότι ο «Αντωνιάδης υπήρξε ένας απόλυτα καταρτισμένος αθλητικός συντάκτης, ο οποίος εργάστηκε με πάθος και αφοσίωση χωρίς ποτέ να δημιουργήσει πρόβλημα στον εργασιακό του χώρο. Ευγενής και αποδεκτός από όλους χάραξε την δική του πορεία στην ελληνική δημοσιογραφία και αφήνει πίσω του τις καλύτερες εντυπώσεις σε όλους τους συναδέλφους που συνεργάστηκαν μαζί του».