Η Ελβίρα φόρεσε, αφού απόφαγαν, την πιο πρόστυχη προσωπίδα της και παρέσυρε τον Θεοφύλακτο στην κρεβατοκάμαρα. Ηταν δύσκολο και για τους δυο. Εμοιαζε κάπως με αιμομιξία. Η σχέση πατέρα – κόρης είχε εμπεδωθεί στη συνείδησή τους. Πώς ν’ αλλάξει τώρα; Ανέλαβε την πρωτοβουλία εκείνη κι αυτός αφέθηκε στις θωπείες της, σαν πρωτάρης. Ενιωθαν αμήχανα. Ωστόσο η μηχανή δεν άργησε να πάρει μπρος. Γκάζωσαν κι έσπασαν τα φρένα. Μόνιμο χαμόγελο ευδαιμονίας εγκαταστάθηκε στη φάτσα του Μπιρσίμογλου. Του άξιζε. Στο γαμήλιο ταξίδι Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά –Ρώμες, με ενδιάμεση στάση στο Μιλάνο για κάτι παραγγελίες, Παρίσια και Λονδίνα– ξύπνησε για τα καλά το σβησμένο ηφαίστειο μέσα του.
Οχι Κρακατάου ή Βεζούβιος βέβαια, αλλά, εν πάση περιπτώσει, πλουτώνιος κώνος κανονικός. Με τον κρατήρα, το μάγμα, τη λάβα του. Ξάφνιαζαν και τον ίδιο οι επιδόσεις του. Κατάπληκτη η συμβία του, καμάρωνε και τις απολάμβανε. Ηταν ο πρώτος και ο μόνος παρτενέρ στον οποίο έμεινε πιστή. Εκαναν και καλή παρέα. Προπαντός. Πέρασαν έτσι οκτώ ονειρεμένοι μήνες. Ωσπου σε στιγμές υπέρτατης ηδονής ο Θεοφύλακτος άφησε την τελευταία του πνοή στο σεντόνι. Τον έκλαψε σαν πατέρα, αδελφό, φίλο και εραστή. Την παρηγορούσε το ότι τουλάχιστον πέθανε ευτυχισμένος. Εξαιτίας της.
Εκτός από τα ακίνητα, τα τιμαλφή, τις καταθέσεις, τα ρέπος και τις μετοχές, που ’φταναν και περίσσευαν να ζήσει σε απόλυτη χλιδή εφτά ζωές, η Ελπινίκη βρέθηκε με δυο δυναμικές μονάδες κλωστοϋφαντουργίας σε Νέα Ιωνία και Ασπρόπυργο. Ουδόλως ευκαταφρόνητα ποσά κληροδοτούσε ο άντρας της σε κοινωφελή ιδρύματα, αθλητικά σωματεία και μικρασιατικούς συλλόγους. Είχε ήδη μια ιδέα απ’ τα εργοστάσια. Ο Φιλ την είχε ξεναγήσει πριν απ’ τον γάμο και μετά της εξηγούσε λεπτομερώς τα μυστικά της επιχείρησης, τα προβλήματα και τις προκλήσεις. Βασιζόταν στη γνώμη της. Επαιρναν το βαμβάκι και το ξεζούμιζαν. Εβγαζαν, κυρίως, νήματα. Οι πρώτες ποιότητες είχαν μοσχοπουληθεί στην Ιταλία προτού παραχθούν. Οι δευτερότριτες τροφοδοτούσαν τις βιοτεχνίες του ιστορικού κέντρου. Κολοκοτρώνη, Ρόμβης, Ευαγγελιστρίας και στα γύρω στενά. Σήμερα έχουν άπασες μεταβληθεί σε μοδάτα καφέ, μπιραρίες, μπαρ και έθνικ φαγάδικα.
Εξι-δύο, δύο-δέκα και δέκα με έξι τα χαράματα δούλευαν ακατάπαυστα οι βάρδιες. Από τα υπολείμματα του κλωσίματος φτιαχνόταν σε ειδικό τμήμα βαμβακόπιτα, που τάιζε αμνοερίφια, γουρούνια και σιτευτούς μόσχους από την Ορεστιάδα ίσαμε τα Σφακιά. Λινάτσα επίσης. Αμέτρητα τόπια. Και πράσινο σαπούνι σε μακρόστενες πλάκες, το οποίο αγόραζαν εταιρείες, το έκοβαν σε μικρά ορθογώνια παραλληλεπίδα, φιλοτεχνώντας ανάγλυφο το σήμα τους στις πλατιές τους όψεις, και γινόταν ανάρπαστο στις νοικοκυρές.
Οι περίπου διακόσιοι εργάτες και υπάλληλοι λάτρευαν τον Μπιρσίμογλου – αφεντικό που ξηγιόταν σπαθί. Ουδέποτε καθυστέρησε τη μισθοδοσία, αντάμειβε χουβαρνταλίδικα τις υπερωρίες και μοίραζε γαλοπούλες κι αρνιά τις χρονιάρες μέρες. Τους ήξερε όλους με τα μικρά τους, κουμπάρος, βλέπεις. Είχε βαφτίσει τους πρωτότοκους γιους των περισσοτέρων. Κατείχε απέξω κι ανακατωτά την αλυσίδα παραγωγής κι όταν ήθελε να ελέγξει τα μηχανήματα, πλησίαζε στο πόστο τους τον μαστρο-Γιώργη ή τον μαστρο-Ευλάμπιο, αναλόγως, τους ζητούσε με αβρότητα να κάνουν ολιγόλεπτο διάλειμμα για τσιγάρο και εκτελούσε την εργασία τους υποδειγματικά. Είχαν να το λένε πως είναι το ένα μ’ αυτούς. Μαύρο δάκρυ έχυσαν όλοι τους στην κηδεία. Επιναν νερό στ’ όνομά του κι η Ελπινίκη επιδίωξε, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση, να ρουφούν στο δικό της δροσιστικά αεριούχα αναψυκτικά. Σε συνεννόηση με το κουμπαράκι της τον λογιστή έκανε σ’ όλο το προσωπικό δέκα τοις εκατό αύξηση. (Συνεχίζεται)
