Το διήμερο 1 & 2/11/2018 οι Αθηναίοι φιλόμουσοι είχαν τη σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσουν στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής την «Οπερα του ζητιάνου» (1728) των Τζον Γκέι & Γιόχαν Κρίστοφερ Πέπις. Ηταν μια υψηλής ποιότητας διεθνής συμπαραγωγή 15 ευρωπαϊκών πολιτιστικών θεσμών (λυρικά θέατρα, φεστιβάλ) από Γαλλία, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Βέλγιο, Ιταλία και Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η ελληνική «Αττική Πολιτιστική Εταιρεία».
Η μουσική σύλληψη ήταν του κορυφαίου μπαροκίστα Γουίλιαμ Κρίστι, που διηύθυνε το 16μελές σύνολο ηθοποιών/μονωδών/χορευτών και τους μουσικούς του διάσημου συνόλου μπαρόκ μουσικής «Οι Ανθούσες Τέχνες» («Les Arts Florissants»). Την α λα μιούζικαλ σκηνοθεσία υπέγραψε ο διάσημος Καναδός Ρόμπερτ Κάρσεν. Η παράσταση στην αίθουσα «Τριάντη» άφησε άριστες εντυπώσεις.
Πρόγονος του μιούζικαλ σε διαφορετικό ιστορικοαισθητικό πλαίσιο, σύγχρονη του Χέντελ, «Η όπερα του ζητιάνου» είναι το μοναδικό, εξαιρετικά επιτυχημένο παράδειγμα της αγγλικής όπερας/μπαλάντας του 18ου αιώνα που διατηρήθηκε στο ρεπερτόριο.
Πρόκειται για μια τολμηρή, φαρμακερά ισοπεδωτική σάτιρα της διαφθοράς που χαρακτήριζε όλα τα επίπεδα της αγγλικής κοινωνίας της εποχής. Το έργο εμπνέεται (και) από πραγματικούς χαρακτήρες, ενώ, ταυτόχρονα, παρωδεί με ανελέητο, αντιελιτίστικο μένος τα στερεότυπα της δημοφιλούς στις ανώτερες τάξεις opera seria, υιοθετώντας λαϊκούς σκοπούς και μπαλάντες, εκκλησιαστικούς ύμνους και παραδοσιακά τραγούδια.
Σκηνικά, η παράσταση που είδαμε ήταν υποδειγματική. Το ακρόαμα υποστηρίχθηκε από διακριτική ηχητική ενίσχυση. Η παραγωγή απευθυνόταν κατά προτεραιότητα στο σύγχρονο αγγλικό κοινό: αφ’ ενός η δράση μεταφέρθηκε στο εδώ-και-τώρα ενός λούμπεν βρετανικού υπόκοσμου, αφ’ ετέρου οι Ιαν Μπάρτον και Ρόμπερτ Κάρσεν προσάρμοσαν ευφυώς το κείμενο, εμπλουτίζοντάς το με πνευματώδεις, ευανάγνωστες «σφήνες» δηλητηριώδους κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού, όπως αναφορές στο Brexit κ.λπ.
Τη σαφήνεια του σύγχρονου στίγματος διασφάλισαν το α λα «arte povera» σκηνικό του Τζέιμς Μπρεάντιλι -χαρτόκουτες συσκευασίας συναρμολογούμενες επιτόπου σε διάφορους συνδυασμούς- και τα σύγχρονα καρατερίστικα κοστούμια της Πέτρα Ράινχαρτ. Ταυτόχρονα, καθώς, με εξαίρεση την εισαγωγή, το έργο διασώζεται δίχως ενορχήστρωση, η συγκεκριμένη μουσική υλοποίηση από τους εννιά μουσικούς του συνόλου υπό τον Κρίστι στο τσέμπαλο μπόλιασε διακριτικά -και γοητευτικά- το ιστορικό μουσικό υλικό με σύγχρονες αναφορές.
Η εξαιρετικά εύστοχης διανομής 16μελής ομάδα ηθοποιών/μονωδών/χορευτών απέδωσε απολαυστικά την «επικαιροποιημένη» αναβίωση του έργου: με σπιντάτη, αβίαστη, θαυμαστά εύληπτη εκφορά της πρόζας, με καλαίσθητα επιτηδευμένη, αβίαστη, άλλοτε τραχιά και άλλοτε απλοϊκή απόδοση των τραγουδιών και -για την ομάδα των ανδρών- θαυμαστά αθλητική χορογραφική κινησιολογία (Ρεμπέκα Χάουελ). Μια από κάθε άποψη αριστουργηματική παραγωγή!
«Το λευκό ρόδο» από την Εναλλακτική Σκηνή
Η παρουσίαση έργων με υπογραμμισμένα πολιτικό στίγμα συνιστά κυρίαρχο χαρακτηριστικό -και ευπρόσδεκτη προσφορά- της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ. «Το λευκό ρόδο» του Ούντο Τσίμερμαν (γενν. 1943) διαδραματίζεται το 1943, λίγο πριν οι ναζί εκτελέσουν δι’ αποκεφαλισμού τη Ζοφί και τον Χανς Σολ, ιδρυτικά μέλη της φερώνυμης φοιτητικής αντιναζιστικής οργάνωσης.
Στις βασανιστικές τελευταίες στιγμές τους στη φυλακή, τα εικοσάχρονα αδέλφια συνομιλούν, αναλογίζονται την ιδεαλιστικά φορτισμένη πολιτική τους δράση, τις ζωές που δεν θα ζήσουν, τη μοίρα της Γερμανίας, το θέμα της συλλογικής ενοχής/ευθύνης, αποτείνονται στον Θεό. Η όπερα παρουσιάστηκε στην επανεπεξεργασμένη εκδοχή του 1986.
Οι «σκηνές για δύο τραγουδιστές και 15 μουσικούς» του Ανατολικογερμανού δημιουργού είναι ένα έντονα συγκινητικό κομμάτι δωδεκαφθογγικής γραφής και εξπρεσιονιστικών φορτίσεων, αλλά μελωδικά ευανάγνωστο, διαποτισμένο με αληθινά αιμάσσον ρομαντικό συναίσθημα. Μουσικά, το ακρόαμα άλλοτε εφάπτεται στον Σένμπεργκ του «Φεγγαρίσιου πιερότου» και άλλοτε στη «Σαλώμη» του Στράους.
Δομημένο σαν καντάτα, στατικά, δίχως δράση, «Το λευκό ρόδο» αρθρώνεται ως διαδοχή μονολόγων και αποσπασματικών διαλόγων με σύντομες παρεμβολές αιχμηρών ορχηστρικών επεισοδίων. Λιμπρέτο (Βόλφγκανγκ Βίλασεκ) και μουσική φέρουν αιχμές διδακτισμού.
Η σκηνοθεσία του έμπειρου Θέμελη Γλυνάτση εστίασε στο εσωτερικό δράμα των ηρώων, στήνοντας συμβολι(στι)κές ποιητικές εικόνες που παρέπεμπαν διακριτικά και με οικονομία σε συμφραζόμενα της εποχής και του τόπου.
Αριστοι σκηνικά και φωνητικά ήσαν ο τενόρος Χρήστος Κεχρής ως Χανς και η υψίφωνος Αφροδίτη Πατουλίδου στον εξοντωτικά δύσκολο ρόλο της Ζοφί. Την απήχηση του ανεβάσματος υποστήριξε τέλεια η άριστη διεύθυνση και προετοιμασία του 15μελούς μουσικού συνόλου από τον Νίκο Βασιλείου.
