Καλοκαίρι – δέκα βλέμματα
Για έκτη συνεχή χρονιά,το «Ανοιχτό Βιβλίο» φιλοξενεί πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δέκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας και αφηγηματικής ροπής, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες, ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες επιμένουν τόσο στην κριτική πυξίδα όσο και στη λογοτεχνική απόλαυση). Μετά τη Βασιλική Ηλιοπούλου, τον Δημήτρη Φιλιππίδη, τον Παντελή Μπουκάλα, τη Ρούλα Γεωργακοπούλου, τον Γιάννη Γορανίτη, τη Μαρία Στασινοπούλου και την Ξένια Κουναλάκη, το αφηγηματικό νήμα τυλίγει ο πεζογράφος Δημήτρης Καρακίτσος.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Εν αρχή ην ο ξυλοδαρμός ενός έφεδρου δεκανέα από φαντάρους στο Λουτράκι, ένα απόγευμα του Ιουνίου. Οι φαντάροι παράτησαν τον δεκανέα σκουπίζοντας τα σάλια τους με τον καρπό. Είναι απόγευμα, τα φώτα έχουν ανάψει και μια γυναίκα που εργάζεται ως κρουπιέρης στο καζίνο Λουτρακίου έχει σταματήσει με το αυτοκίνητό της να αγοράσει τσιγάρα. Από το πουκάμισο του δεκανέα έχουν ξηλωθεί δυο-τρία κουμπιά, η γυναίκα προσπερνά τον νέο που βαδίζει κρατώντας το στομάχι του. Κάτι πενιχρό και ασύδοτο μέσα μου λέει ότι θα μπορούσα να τους στρατολογήσω.
Τον μεν δεκανέα (είναι όντως δεκανέας; Οι φαντάροι τον αποκάλεσαν δεκανέα, λίγο προτού πιαστούν στα χέρια) για να φιμώσει τους ηλικιωμένους στην Κόρινθο. Τη δε κρουπιέρισσα για να ψάξει στα συρτάρια. Εχει επιδέξια χέρια. Θα ξαφνιάζαμε τους ηλικιωμένους την ώρα που βλέπουν τηλεόραση στην αυλή.
Ο γέρος είναι συνταξιούχος δικαστής, η γυναίκα του μια σεμνή κουκουβάγια που διαβάζει Γεώργιο Αβέρωφ. Δεν ξέρω γιατί, πάντα ήθελα ένα σπίτι με βεράντα και πρασινάδες. Στην αυλή του σπιτιού που έχω βάλει στο μάτι, δεσπόζει ένας γύψινος Φαύνος. Ούτε ένα μέτρο δεν υψώνεται αυτή η απομίμηση, κι όμως φαντάζομαι το γιασεμί να το τυλίγει και πράσινες λάμπες ανάμεσα στα δέντρα. Ο γέρος πετούσε τις γόπες στο γρασίδι.
Οταν τους κατασκόπευα πίσω απ’ το γιασεμί, μια φορά παραπάτησα. Αλλά δεν έδωσαν σημασία. Νόμιζαν ότι θα ’ταν μια σαύρα ή μια γάτα. Ενιωσα τα σπλάχνα μου να αναβλύζουν ανακούφιση.
Θα αναρωτιέστε γιατί τα λέω αυτά. Αν γινόταν από τις θίνες τούτης της βρόμικης αμμουδιάς, από τους αφρούς αυτής της ηλίθιας θάλασσας να ξεπηδήσει ένα σύνολο μουσικής δωματίου ή από τους ουρανούς να καθίσει στο χέρι μου ένα περιστέρι ικετεύοντας να αποκαλύψω τι έχω στο μυαλό μου, θα έλεγα αυτό: ότι δηλαδή εγώ (αρχίζει το ρετσιτατίβο) ο Ιδομενέας Πέτρου, για να εισβάλω στο σπίτι των θείων μου και να τους σημαδέψω με όπλο, έπρεπε να δεχτούν οι δυο νέοι, ο δεκανέας και η κρουπιέρισσα – κάτι που, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έγινε.
Ο δεκανέας έσμιξε με μια φιλική παρέα φαντάρων (τους κατάλαβα από τα ασιδέρωτα ρούχα και τα αποψιλωμένα κεφάλια) και η νεαρή γυναίκα βρήκε τη φίλη της στην καφετέρια με τα υδαρή παγωτά. Ούτως ή άλλως οι πιθανότητες να δεχτούν ήταν ελάχιστες: ήταν δυο ξένοι, δυο παγόβουνα που συνέχιζαν το ανώφελο ταξίδι τους προς τον Ισημερινό. (Οι στριγκές φωνές στρέφουν τα βλέμματα των φαντάρων και των θαμώνων της καφετέριας πάνω του. Ο Ιδομενέας ζητά οι προβολείς να πέσουν στους δυο νέους και μετά απευθύνεται στο χαυνωμένο κοινό.) Γιατί, για να πούμε την αλήθεια, τα χρυσαφικά ή τα τιμαλφή που θα ξαφρίζαμε, φίλοι, δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μια στραβοκάνα παραβολή για την ανθρώπινη κωμωδία που μας έλαχε.
Θα μπορούσατε να είστε τραπεζίτες, φίλοι, κι εγώ επενδυτής που ικετεύει για χρηματοδότηση. Θα μπορούσατε να είστε εκδότες κι εγώ άσημος συγγραφέας, ψαροπούλι που επιπλέει σε πετρελαιοκηλίδα κι εσείς ανεύθυνος ρυπαντής: με λίγα λόγια, από τις τροχιές που μας ορίστηκαν για κάποιο σκοπό, εμείς πήραμε αντίθετη πορεία.
Ο άνθρωπος που ονειρεύεται θυμίζει σπασμένο άγαλμα, κι είναι οξύμωρο που τη συγκολλητική ουσία, το κόμμι που θα ένωνε τα κομμάτια του, την κρατά το ίδιο χέρι που σκορπά τα θρύψαλα στον αέρα.
Βασίζουμε τα όνειρά μας στους άλλους, αυτό είναι, από ανίκητη επιθυμία για επικοινωνία, μα τα όνειρά μας είναι πιο βαριά κι από Ατλαντα. Και τελικά, όσοι δεν μας αγαπούν λυγίζουν από το βάρος τους, παρατούν τις επιθυμίες μας στο χώμα και τις ποδοπατούν.
Νυσταλέα, με βήματα νωθρά, πορείες που δεν βγάζουν πουθενά, και μας τις επιστρέφουν σαν σκόνη στις επιφάνειες της βιβλιοθήκης μας. Μοναξιά, φίλοι, και απογοήτευση, μοναξιά και απογοήτευση – η παράσταση τελειώνει εδώ.
*Τελευταίο βιβλίο του Δ. Καρακίτσου είναι «Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε» (Ποταμός, 2017).
