Δύο σημαντικές πληροφορίες-ντοκουμέντα, οι οποίες φανερώνουν αφενός μεν υποτίμηση της σφοδρότητας του φαινομένου στην Ανατολική Αττική την ώρα που ξεσπάει η φωτιά στην Καλλιτεχνούπoλη και αφετέρου μια ευρύτερη θεσμική ολιγωρία σε επίπεδο κεντρικού σχεδιασμού της Πολιτικής Προστασίας, παρουσιάζει σήμερα η «Εφ.Συν.».
Σύμφωνα με μαρτυρίες εθελοντών διασωστών της Επίλεκτης Ομάδας Ειδικών Αποστολών Ελλάδας (ιδρυτικό μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού EVOLSAR), τα στοιχεία των οποίων βρίσκονται στη διάθεση της εφημερίδας, λίγα λεπτά αφότου είχε γίνει γνωστή η εστία της πυρκαγιάς, οι διασώστες έλαβαν αρνητική απάντηση από τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την αναγκαιότητα επέμβασής τους στην περιοχή. Από τις μαρτυρίες τους προκύπτει λανθασμένη εκτίμηση της έκτασης που έπαιρνε εκείνη την ώρα η πυρκαγιά κι ενώ παράλληλα διευρυνόταν το μέτωπο της Κινέτας.
«Δεν χρειάζεστε»
«Με το που ξεκίνησε η φωτιά στην Καλλιτεχνούπολη επικοινωνήσαμε άμεσα με τους αρμόδιους φορείς -δεν θέλω αυτή τη στιγμή να σας αποκαλύψω με ποιους ακριβώς- και μας είπαν κατά λέξη ‘‘δεν χρειάζεται να πάτε στον Βουτζά και στην Καλλιτεχνούπολη. Δεν είναι μεγάλο το πρόβλημα’’. Δεν ήταν άτομα από την Πυροσβεστική. Αρκετές ώρες αργότερα, βλέποντας πώς εξελίσσεται η κατάσταση, εκτιμήσαμε πως πρέπει να παρακούσουμε τις οδηγίες και πήγαμε με τα αυτοκίνητά μας με την επίλεκτη ομάδα.
»Οταν υπάρχει ένας άνεμος που ξεπερνάει τα 9 Μποφόρ, δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να καταλάβεις ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα. Είναι το ίδιο με τις πλημμύρες, στις οποίες συνήθως μας ειδοποιούν ότι υπάρχει πρόβλημα και χρειάζεται να επέμβουμε. Αυτό κάνουμε πάντα. Στη συνέχεια, είχαμε εξαιρετική συνεργασία με τον κ. Δημ. Αναγνωστάκη, τον Υπαρχηγό της Πυροσβεστικής, ο οποίος μάς έλεγε πού ακριβώς δεν έχουν γίνει έρευνες.
»Επιχειρήσαμε ακριβώς σε αυτά τα σημεία και αύριο [σ.σ. σήμερα] θα σαρώσουμε όλη την παράκτια περιοχή. Σήμερα που ήμασταν εκεί, σε περιοχές που είχαν ψαχτεί από κάποιους, βρέθηκαν άλλα δύο άτομα», μας εξηγεί πολύ έμπειρος διασώστης από την επίλεκτη ομάδα. Συνάδελφοί του μας εξηγούν πως «πάντα, σε κάθε καταστροφή, όλα οφείλονται σε αρχική μη αποδοχή του γεγονότος ως προς το πόσο σοβαρό μπορεί να είναι.
»Η όλη κατάσταση ξεκινά από τον συντονισμό, από το πόσο άμεσα κινούνται οι δυνάμεις και το πλήθος των εθελοντών, οι οποίοι πραγματικά εκείνη την ώρα μπορούν να προσφέρουν. Πολλοί κάτοικοι που συναντήσαμε μας έλεγαν ότι ‘‘κανένας δεν μας έδωσε οδηγία να φύγουμε’’».

Από την πλευρά του, ο δασολόγος Γαβριήλ Ξανθόπουλος, ειδικός στις δασικές πυρκαγιές, μας πληροφορεί πως ο κρατικός μηχανισμός είχε τη θέληση από τον προηγούμενο χειμώνα να εκπονήσει ένα οργανωμένο σχέδιο για τις δασικές πυρκαγιές, το οποίο ωστόσο δεν υλοποιήθηκε ποτέ. «Τον περασμένο Δεκέμβριο, υπάλληλος της πολιτικής προστασίας της Περιφέρειας Αττικής μού ζήτησε να κάνουμε με το Ινστιτούτο Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων ενέργειες πρόληψης για τις πυρκαγιές.
»Ηταν δική τους η πρωτοβουλία, είχαν τη βούληση, το έβλεπαν να έρχεται. Μέσα στο καθημερινό τους τρέξιμο τελικά δεν έγινε τίποτα. Αν όμως έχεις έναν υπάλληλο που κάνει χίλια πράγματα, δεν θα ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Θα έπρεπε να δημιουργηθούν πυρήνες υπαλλήλων, οι οποίοι σε συνεργασία με εξειδικευμένους φορείς να υλοποιήσουν σημαντικά έργα πρόληψης, πληροφοριακό υλικό, μοντέλα πρόβλεψης, εντοπισμό περιοχών με προβλήματα, ενημέρωση πολιτών κ.ά.», επισημαίνει ο Γ. Ξανθόπουλος.
Μηδενικός χρόνος
«Με βάση μαρτυρίες που αναλύονται συστηματικά, προκύπτει ότι ο πληθυσμός που βρισκόταν κοντά στην παραλία πληροφορήθηκε για την πυρκαγιά από άτομα που εκκένωναν το δυτικότερο τμήμα του οικισμού Μάτι, το οποίο είχε ήδη πληγεί, και όχι με τη μορφή έγκαιρης προειδοποίησης από κάποιον φορέα. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι δόθηκε σχεδόν μηδενικός χρόνος προειδοποίησης και αντίδρασης» προσθέτει η ερευνητική ομάδα του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών υπό τον καθηγητή Ευθύμη Λέκκα.
Να μην υποτιμηθεί η σφοδρότητα του καιρικού φαινομένου ζητά ο πρόεδρος της Ενωσης Απόστρατων του Πυροσβεστικού Σώματος, Ιωάννης Ζαχίλας: «Σε τόσο ακραίο καιρικό φαινόμενο καταρρέουν οι δομές και οι υποδομές. Δεν είχαμε καν ένα ενιαίο μέτωπο, υπήρχε στροβιλισμός του αέρα. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να αντέξει τα 12 Μποφόρ δυτικού απρόβλεπτου ανέμου με ριπές σε συνδυασμό με τις υψηλές θερμοκρασίες; Ειδικά σε μια περιοχή με τέτοια δόμηση, το Μάτι, όπως και κάθε τέτοια περιοχή, δεν μπορούσε να γλιτώσει».
Τόσο ο κ. Ζαχίλας όσο και οι διασώστες της Επίλεκτης Ομάδας Ειδικών Αποστολών διαφωνούν με την άποψη πως το Μάτι θα είχε σωθεί αν δημιουργούνταν αντιπυρική ζώνη στη λεωφόρο Μαραθώνος. «Οι αντιπυρικές ζώνες χρειάζονται πάντα, αλλά εδώ, όταν έχουμε κωνοφόρα δένδρα, που πετάνε τα κουκουνάρια 15-20 μέτρα μακριά, τι να κάνει η ζώνη;» μας λένε οι διασώστες. «Αυτά περί αντιπυρικών ζωνών έχουν ξεπεραστεί εδώ και χρόνια, η Αθηνών-Κορίνθου είχε πλάτος 80-100 μέτρα κι όμως η φωτιά πέρασε περίπατο. Μπορούμε να συγκρίνουμε τη Μαραθώνος με τα 20 μέτρα πλάτος; Οποιος το λέει αυτό είναι άσχετος. Εστω και με αυτά τα δένδρα που υπήρχαν αριστερά και δεξιά από τη Μαραθώνος ήταν αδύνατο να δημιουργηθεί αντιπυρική ζώνη» μας λέει ο κ. Ζαχίλας.
Το ίδιο συμπεραίνει και ο Σταμάτης Σεκλιζιώτης, γεωπόνος (ΑΠΘ), πρώην ακόλουθος γεωργικών υποθέσεων του υπουργείου Γεωργίας των ΗΠΑ: «Πέρασαν 15 χρόνια και οι κουκουναριές που φύτεψαν οι εργολάβοι δεξιά και αριστερά της λεωφόρου Μαραθώνα έγιναν πλέον μεγάλα δένδρα. Οποιος τις παρατηρούσε προσεκτικά έβλεπε ότι οι κόμες τους όλο και μείωναν την απόσταση των δύο άκρων της λεωφόρου. Χώρια που οι ‘‘έξυπνοι’’ που σχεδίασαν και τις πρότειναν τότε, τις φύτευαν εκεί που τελείωνε η επίσης φονική χαλέπιος πεύκη. Δύο άκρως εύφλεκτα είδη δένδρων δίπλα δίπλα και απέναντι του δρόμου να κοιτάζονται. Δεν χρειάζεται καμία πρωτότυπη επιστημονική εξήγηση με 7 και 8 Μποφόρ, ο συνδυασμός αυτός κυριολεκτικά μηδένισε τον ρόλο της λεωφόρου ως αντιπυρικής λωρίδας και η φωτιά πέρασε ‘‘άνετα’’ με κατεύθυνση τη θάλασσα, αφού μηδένισε κάθε ίχνος ζωής στο πέρασμά της».
Εύφλεκτα δέντρα
Ο Στ. Σεκλιζιώτης εξηγεί πως για να μετατραπεί η λεωφόρος Μαραθώνος σε πραγματική αντιπυρική ζώνη θα έπρεπε «οι φωστήρες της ‘‘Ολυμπιακής Οδοποιίας’’, που έσκαβαν και φύτευαν με συνοπτικές διαδικασίες ό,τι να ‘ναι και όπου να ‘ναι, να προβλέψουν και να φυτέψουν άλλα δένδρα, πολύ λιγότερο εύφλεκτα και φυλλοβόλα, αποψιλώνοντας πρώτα τα φονικά πεύκα σε βάθος 40-50 μέτρων ζώνης εκατέρωθεν της λεωφόρου και αντικαθιστώντας τα με άλλα πλατύφυλλα (φλαμουριές, λεύκες, φτελιές, ακακίες, μουριές κ.ά.)».
Η πυρκαγιά στην Αν. Αττική, απ’ ό,τι συνάγεται, δεν συνδέεται μόνο με την πρόσφατη μνημονιακή διάλυση της πολιτικής προστασίας αλλά και με χρόνιες παθογένειες της οικιστικής ανάπτυξης της χώρας, την έλλειψη συντονισμού και προληπτικού σχεδιασμού, αλλά και την έλλειψη πρόνοιας και από την πλευρά των πολιτών για το πώς πρέπει όλοι να δράσουμε μπροστά σε ένα πραγματικά ακραίο φαινόμενο, το οποίο όμως δεν είναι τόσο απίθανο να συναντήσουμε μια φορά στη ζωή μας.
