Να, ένα μικρό ξέφωτο η επαρχία. Ενα ελαφρύ, δροσερό αεράκι το απόγευμα αλλάζει τη ροή των γεγονότων. Ακίνητα, αχόρταγα σώματα υπό το φως της πανσελήνου. Τι να λέμε. Ο παραμικρός αναστεναγμός ακούγεται. Φύλλα πέφτουν. Φθινοπώριασε. Γεύσεις χοϊκές, διαιώνιες. Διψασμένα λαρύγγια, απαλότητα και στυφάδα. Ευαισθησίες. Γλυκύτητα και φρεσκάδα. Αλληγορίες.
Χθες ήχησε η καμπάνα για τις αγροτικές συντάξεις [είπαμε: καημένη πρώτη φορά Αριστερά με τις ανεπάρκειές σου]· σήμερα τα πράγματα σοβάρεψαν. Η καμπάνα ανήγγειλε ηλικιωμένο νεκρό. Τι να πεις; Η καμπάνα εξακολουθεί να είναι εγερτήρια. Μια τέτοια, ηχηρή καμπάνα δεν αντήχησε στο Μάτι, να σώσει τους ανθρώπους.
Αυτό απαιτεί εγρήγορση και εθνική ετοιμότητα. Ούτε το ένα υπήρχε ούτε το άλλο. Τι να [ξανα]πείς; Οι Ελληνες είμαστε ρατσιστές. Αυτό από πού βγήκε; Η υπερηφάνεια και η οίησις ταυτίζονται και ας μένουν δεκαετίες εδώ οι γείτονες Αλβανοί. Η πάλη ενάντια στον φασισμό είναι σχεδόν πάντα άνιση· ο δεύτερος επικρατεί και ας λένε ό,τι θέλουν τα γκεσέμια του σοσιαλισμού [ή της Αριστεράς ή της Δεξιάς].
Τα φιλιά των ορέων δεν αρκούν να σώσουν τη συνείδησή μας [αυτών που επιμένουμε στα βουνά]. Μάλιστα δεν είναι τρυφερά. Καθόλου. Πιθανώς διότι έχουμε χάσει τους ορίζοντες ή ίσως ξεχάσαμε τι σημαίνει ανθρώπινη επαφή. Ωχ, τι να λέμε. Απροσανατόλιστοι και χειραγωγούμενοι οι πλείστοι· πού να γείρουμε; Πίσω [στη Δεξιά] δεν πάμε, λένε οι πολλοί. Και ποιο είναι το μπροστά;
Δεν θα τρελαθούμε κιόλας με την ανάγκη να υποστηρίξουμε την πρώτη φορά […και λοιπά]. Πολλές και μυστηριώδεις οι κινήσεις μεταξύ πολιτικής και αμάθειας, μεταξύ επιθυμίας και αποτελέσματος. Φτου κι απ’ την αρχή [για ένα καλύτερο αύριο και άλλες αρλούμπες]. Και τι να πεις σε φίλους που ρωτάνε -με ειλικρίνεια- τι να ψηφίσουν. Εμ, άμα ρωτάς δεν ξέρεις τι σου γίνεται [ή από δω πάνε κι οι άλλοι].
Η ψυχολογία του θυμού είναι έγχρωμη -και πώς την αντιμετωπίζει κανείς; Ν’ αρχίσει να υβρίζει; Κακό του κεφαλιού του. Θα τον κλείσουν σε μπουντρούμια. Να πάρει τα όπλα; Χαμένος, άνισος ο αγώνας. Να περιπολεί γύρω από τον εαυτό του, τους φίλους του, την οικογένειά του; Θα έπρεπε να ξέρει ποιος είναι ο ίδιος.
Το εγώ που νομίζει ότι είναι [ο άρχοντας του κόσμου] είναι πενιχρό -και ανύπαρκτο, θα έλεγα. Οπότε; Η θέα του εαυτού είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Θα ήθελα να ζήσω στην ελληνίδα επαρχία περισσότερο από ένα μήνα. Ο τελευταίος δεν αρκεί να χορτάσεις την «υγεία», το οξυγόνο του χωριού. Και γιατί πρέπει να υπερηλικιωθεί κάποιος για να απολαύσει το ασυνάρτητο και το χθαμαλόν τούτης της επαρχίας; Δεν είναι ώρα για απαντήσεις. Είναι ώρα επανάκαμψης και εγκλιματισμού: Χαλεπωτάτη ώρα.
