ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προκάλεσε νομίζω πλατιά αμηχανία η τελευταία παράσταση του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο. Μια εξαιρετική πρώτη ιδέα, ένας «Πλούτος» βασισμένος σε μια διαβαλκανική πρόταση συνεργασίας μεταξύ Εθνικών Θεάτρων των Βαλκανίων –μεταξύ φορέων δηλαδή που ο καθένας έχει συμμετάσχει από τη μεριά του στη διαμόρφωση της εκάστοτε εθνικής ταυτότητας στη φλέγουσα περιοχή της Ευρώπης–, οδήγησε σε μια υπερεθνική μεν αλλά αταύτιστη πρόταση για τους περισσότερους θαμώνες της Αργολίδας, υπερβολικά παρεμβατική για τη μέση κωμωδία του Αριστοφάνη, προβληματική για τα όρια της διασκευής και της ελευθερίας της.

Δυσκολεύτηκα κι εγώ να παρακολουθήσω αυτόν τον «Πλούτο» του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς. Οχι τόσο στο πρώτο μέρος του – όσο παρακολουθούσαμε ακόμα τον Χρεμύλο με τον καλό δούλο του Καρίωνα να ανακαλύπτουν τον τυφλό θεό και να τον πείθουν πως ο μόνος τρόπος για να μετατραπεί σε θεό των αγαθών είναι να βρει το φως του.

Εξαρχής, βέβαια, είχαμε μπροστά μας μια μάλλον «χαλαρή» διασκευή της αρχαίας υπόθεσης από τον σκηνοθέτη, η οποία όμως ήταν επιμελής και προσεκτική στο να μεταγράψει τον πληθωρικό αρχαίο συγγραφέα στον βαλκανικό θεατρικό κώδικα.

Με βασικές αναφορές: Ο ίδιος ο Καρίων του Στέλιου Ιακωβίδη παραπέμπει φανερά στον δικό μας Καραγκιόζη, ενώ ο Χρεμύλος, με την ήπια απόδοση του Γιώργου Γάλλου, κουβαλά τύπους και φιγούρες της ευρύτερης, διαβαλκανικής ηθογραφίας.

Τα πράγματα εξελίσσονται στο αγροτικό περιβάλλον που έχει δημιουργήσει καταμεσής της ορχήστρας με δεμάτια από σανό ο Κέννυ Μακ Λένναν. Η αρχή της παράστασης, ωστόσο, είναι αρκετά υποτονική, και μόνο όταν ο Καρίων θα φωνάξει από το βάθος τον Χορό των Αγροτών για να διαδώσει τα καλά νέα θα ανεβάσει επιτέλους ρυθμούς.

Ο Πλούτος βρίσκεται τώρα ανάμεσά μας, τυφλός ακόμα, άπλυτος και βρομερός, αλλά –όσο να πεις– με το γνωστό παλιό σεξαπίλ του… Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος είναι ένας εξαιρετικά χαριτωμένος Πλούτος, θυμίζει στο κοίλον κάτι από την ελληνική, την εκτενέστερη –για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους– υποκριτική παρακαταθήκη περί αρχαίας κωμωδίας. Κι έτσι που ο ίδιος οδηγεί τους θεατές του με χάρη από το κωμικό νεύμα στην ελαφρά μελαγχολία, δίνει ανάσα στο νωθρό μέχρι εκείνη την ώρα ανέβασμα του Εθνικού.

Τα πράγματα, τέλος πάντων, ξυπνούν με τον Χορό και τα πνευστά της Εθνικής Ορχήστρας του Βελιγραδίου, στη μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου, να παρουσιάζονται στην ορχήστρα. Η Πενία δίνει κι αυτή ώθηση στο έργο και η ερμηνεία της από τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη είναι από τις πλέον ζωντανές στιγμές της παράστασης. Ωστόσο η παρουσία της διαλεκτικής αυτής Κασσάνδρας κλείνει βιαστικά. Ο μέχρι εκείνη τη στιγμή μάλλον περιφερειακός Βλεψίδημος του Μάνου Βακούση αναλαμβάνει δράση, και με μια μαγκουριά την αναγκάζει να σταματήσει: τα επιχειρήματά της, βλέπετε, είχαν αρχίσει να γίνονται «επικίνδυνα» για όλους…

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως με όλες τις επιμέρους αμφιβολίες μας, η παράσταση του Εθνικού με το ήρεμο βάδισμα, τις πινελιές χιούμορ, τη σοβαρότητα και –πάνω από όλα– με την όμορφη αύρα διεθνικότητας, έχει καταφέρει να μας μαγνητίσει. Είναι ακριβώς εκεί όπου ξεκινούν τα δύσκολα. Οταν ο Μιλιβόγεβιτς αποφασίζει να αφήσει πίσω του το αρχαίο κείμενο και να το χρησιμοποιήσει σαν διάδρομο απογείωσης για μια πτήση πάνω από το θέμα του –και πάνω από τα Βαλκάνια.

Είναι το σημείο όπου ο σκηνοθέτης επιλέγει να παρουσιάσει τον μυστικιστικό τρόπο με τον οποίο ο Ασκληπιός δίνει στον Πλούτο το φως του. Εμφανίζει επί σκηνής, λοιπόν, τον ίδιο τον θεό της υγείας –και του θεάτρου της Αργολίδας, παρεμπιπτόντως–, και τον προικίζει με τη γούνα βαλκανικού λαμόγιου, τη μορφή του Γιάννη Κότσιφα και τη σκηνική στόφα ενός… Τόνι Σφήνου!

Γιατί αυτή η απλόχερα μεταμοντέρνα κακογουστιά; Εκείνο που γίνεται αμέσως φανερό είναι πως ό,τι ακολουθεί επί σκηνής με αυτόν τον Ασκληπιό αντλείται από ένα λησμονημένο αποκριάτικο δρώμενο, δημοφιλές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, μια αυτοσχέδια φάρσα όπου κάποιος ψευτογιατρός θεραπεύει με χίλιους δυο απίθανους, χονδροειδείς τρόπους. Τα λατινικά της συμφοράς, μάλιστα, που ο σκιτζής χρησιμοποιεί έρχονται σαν απόληξη του αναγεννησιακού «ντοτόρε»… Κρατήστε όμως προς το παρόν τη φράση: «κακόγουστη φάρσα».

Ετσι, ελευθερωμένα και κακόγουστα, η παράσταση συνεχίζεται. Ο Πλούτος αναβλέπει και μοιράζει λεφτά, οι πρώην αγρότες ζουν υπό την εύνοιά του σαν Συβαρίτες, ο καθένας αποκτά αυτό που είχε κάποτε ονειρευτεί ξεκινώντας από τα παιδικά του χρόνια (ας πούμε, από κάποιο… παιδικό νεροπίστολο!). Η ορχήστρα καταλαμβάνεται από ένα πελώριο ανατολίτικο χαλί όπου όλοι κυλιούνται αποχαυνωμένοι και αφοπλισμένοι, ευδαίμονες και μοιραίοι. Ωσπου ένας ενοχλητικός Δίκαιος (Κώστας Κορωναίος) θα θυμίσει τον παλιό νόμο: για ό,τι αποκτά κανείς οφείλει να πληρώσει.

Και μια άλλη Γυναίκα (Μαρία Διακοπαναγιώτου) αρχίζει να σκεπάζει με το τραγούδι της τα ουρλιαχτά μιας κοινότητας που ξυπνά όταν όλα μοιάζουν εκπληρωμένα αλλά και ευτελή. Ο ανήσυχος πάλι, και υπέρβαρος Ερμής του Μιχάλη Τιτόπουλου θα προσγειωθεί άγαρμπα (και μέσω… ντρον) για να ολοκληρώσει την εικόνα του απομυθοποιημένου και ανισόρροπου κόσμου.

Περιθωριακές φωνές στη γενική βαλκανική ονείρωξη… Μα ο Πλούτος δεν είναι αυτός που καταφτάνει στο τέλος με κοστούμι; Κουβαλά μαζί του μια πολύ διαφορετική Πενία και έναν άλλο Ασκληπιό, ντυμένους κονφερασιέ, για να ανακοινώσει στο πλήθος πως το παιχνίδι… έλαβε τέλος. Ο δήθεν τυφλός θεός δεν είχε χάσει ποτέ το φως του. Αναζητούσε προφανώς νέα κορόιδα που θα τον δεξιώνονταν και θα φιλοξενούσαν τον διαβρωτικό του οίστρο. Ηταν λοιπόν όλα μια φάρσα; Μια «κακόγουστη φάρσα»; Ή μια τελετή λατρείας επικίνδυνη με θύματα, εκτελεσμένη ξανά και ξανά στους αιώνες;

Βρήκα στο τέλος τι αναπάντεχο είχε η μεταφορά του «Πλούτου» από τον Μιλιβόγεβιτς. Ηταν ίσως η πρώτη αληθινά μπρεχτική μεταγραφή του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο. Εδώ ο σκοπός ήταν ένας Αριστοφάνης που θα διεγείρει και θα παραξενέψει μέχρι την επώδυνη αλήθεια. Μα αληθινά, τώρα! Είναι δυνατόν να μη βλέπουμε πόσο ψεύτικο είναι το δόλωμα του χρήματος;

Πόσο φανερό το ψέμα του, πόσο απλοϊκή η απάτη; Κι όμως, συνεχίζουμε να πιστεύουμε σε «τυφλές» τύχες, «τυφλά» χρηματιστήρια, «τυφλά» τζακ ποτ, και ποιος ξέρει σε πόσα «τυφλά» άλλα ακόμη, που θα έλθουν κάποτε να μας κάνουν όλους πλούσιους –και τίποτα άλλο παρά πλούσιους… Δεν είναι τυφλός ο Πλούτος. Τυφλοί είμαστε εμείς.

Χρειάζεται τόλμη για να στρέψεις τον Αριστοφάνη σε αυτή την κριτική της ομαδικής, εθελούσιας, αυτο-τύφλωσης. Σε μια διαφορετική αφήγηση του παλιού παραμυθιού, μελαγχολική και διαλεκτική, ώσπου να βγούμε από τη γοητεία του παραμυθιού.

Υπηρετήθηκε πλήρως από όλους και με όλα τα μέσα, ακόμα και με την ίδια την κακογουστιά και το ευτελές σαν εργαλεία παραξενίσματος. Τα κατάφερε; Δύσκολο να το πεις. Δίπλα στα θετικά της, η παράσταση είχε κακοτοπιές και υπερβολές, σημεία ασαφή και αμφιλεγόμενα. Ηταν όμως μια προσπάθεια για να υπερβούμε τον Αριστοφάνη που έχουμε συνηθίσει να διασκεδάζει εμάς –και τα εθνικά μας όνειρα.