ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περνώντας την Καραολή και Δημητρίου οι προπομποί, η νυσταγμένη νεράιδα άρχισε να στριφογυρίζει ανήσυχη στο σεντόνι και, μπαίνοντας πια στη Μορκεντάου, πετάχτηκε προς το ταβάνι σαν ελατήριο. «Ποιοι αγριάνθρωποι κακοποιούν τόσο βάναυσα τις μελωδίες;», αναρωτήθηκε κοιτώντας κάτω στον δρόμο απ’ τις γρίλιες. Διακρίνοντας τον Νώντα καβάλα στο φαρί, όπως της είχε υποσχεθεί, τσιμπιόταν να σιγουρευτεί ότι δεν ονειρεύεται. Εκείνη την ώρα, ο εκλεκτός της τραγουδούσε το «Δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες με έχουνε κάνει τρελό», οι άμουσοι μουζικάντες τον συνόδευαν βαρώντας τουρκογύφτικους ρυθμούς κι η γαλαρία επευφημούσε με αλαλαγμούς. «Καρδιά μου να ξέρεις, τα μάτια που είδες πως δε θα σου βγουν σε καλό», εξακολουθούσε ο Καραμπίνης προφητικά.

Της Ελβίρας της ήρθε νταμπλάς. Δεν σκοτιζόταν για τα κουτσομπολιά του συνοικισμού. Κάθε άλλο. Εγραφε συχνά τους γειτόνους στα παλαιότερα των υποδημάτων της και σπανιότερα με χαρακτήρες νέον στη φωτεινή μαρκίζα της καρδιάς της. Είχε παραδοθεί, παρά ταύτα, στον απόλυτο αιφνιδιασμό με την τσίμπλα στο μάτι. Ολο τούτο το πατιρντί γινόταν, λοιπόν, για πάρτη της; Και τα άπαρτα κάστρα θα σήκωναν πλησίστια ολόλευκη σημαία αυθωρεί. Λες και διαπέρασε το κορμί της ηλεκτροσόκ διαρκείας, δεν θυμόταν το παραμικρό έκτοτε. Συναρμολόγησε σε μεταγενέστερο χρόνο στη μνήμη της τα περιστατικά με ψηφίδες τις περιγραφές των άλλων.

Γρικούσε τον εαυτό της να τρέχει στο λουτρό να φρεσκαριστεί πρόχειρα, να ρίχνει πάνω της φουστάνι κλαρωτό, ένα κι ένα για την περίσταση, και να βγαίνει στο μπαλκόνι προς πάνδημη τέρψιν του φιλοθεάμονος κοινού. Ο ρομαντικός τροβαδούρος έπιασε σε σι μινόρε το «Θα σε πάρω να φύγουμε σ’ άλλη γη σ’ άλλα μέρη που κανέναν δεν ξέρουμε και κανείς δε μας ξέρει», καθώς το κλαρίνο ξεφυσούσε ασθμαίνοντας την «Κανελόριζα» και τα υπόλοιπα όργανα σιγοντάριζαν το καθένα στον δικό του χαβά. «Θα σε πάρω να φύγουμε ώς του κόσμου την άκρη για να πάψει απ’ τα μάτια σου να κυλάει το δάκρυ», διαλαλούσε αδολεσχώς ο αοιδός με δυσεξήγητη εμμονή προς την απομόνωση και τον ασκητισμό μέσα στην τόση κοσμοπλημμύρα.

Κατάπληκτη η ανύποπτη υποψήφια νύφη κατέβηκε με μηχανικές κινήσεις στο πεζοδρόμιο, εντελώς μαγνητισμένη. Την προϋπάντησε -ποιος άλλος;- ο Φίλιππας υπό τις ισονεφείς, μυριόστομες ιαχές του παραληρούντος πλήθους. «Καλώς τ’ν κομπαρούλα», είπε φιλώντας τη σταυρωτά, ενώ καλεσμένοι κι ακάλεστοι την έραιναν με ανοιξιάτικα άνθη. Πρωτομαγιάτικο στέμμα απ’ την απέναντι αυλόπορτα στόλισε και τα δικά της εβένινα μαλλιά. Ο γιγαντόσωμος παράνυμφος τη σήκωσε σαν πούπουλο και την ακούμπησε στη σέλα πίσω απ’ τον Νώντα. «Κράτα τουν γιρά για λίγου να ξιμουδιάσ’ κουμμάτ’ του χιράκι μ’», την παρακάλεσε. Εκείνος το ’χε γυρίσει στην Αρλέτα: «Θα ’ναι το κορίτσι μεθυσμένο, τ’ άλογό μου χιλιοστολισμένο θα καλπάζει πάνω απ’ το φεγγάρι και το βραδάκι στ’ ουρανού το μπαράκι»… (Συνεχίζεται)