ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ακης Παπαντώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Και το ότι συνέχιζες ήταν πιο σημαντικό από το ότι κόπηκες,

από το να κοπείς, από το ότι κοβόσουν» (σελ. 183)

Τον Ιούνιο του 1948 ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ δημοσιεύει ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο στο περιοδικό The New Yorker με τον τίτλο Περί πεταλούδων. Οπως είναι πλέον ευρέως γνωστό στο αναγνωστικό κοινό, ο Ναμπόκοφ είχε παδιόθεν ένα πάθος για τις πεταλούδες – τέτοιο που στην περίοδο 1942-1948 εργάστηκε ως επίσημος επιμελητής για το τμήμα των Λεπιδόπτερων του Μουσείου Συγκριτικής Ζωολογίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, ενώ δημοσίευσε 18 μελέτες στο εν λόγω πεδίο σε επιστημονικά περιοδικά. Ο Ρώσος συγγραφέας, λοιπόν, λέει στο εν λόγω κείμενό του: «[…] τα μυστήρια της μιμιτικότητας μου ασκούν μια ιδιαίτερη έλξη.

Αυτά τα φαινόμενα παρουσιάζουν τέτοια καλλιτεχνική τελειότητα […]. Οταν μια πεταλούδα μιμείται κάποιο είδος σφήκας σε σχήμα και χρωματισμό, φροντίζει επίσης να περπατά και να κινεί τις κεραίες της με έναν τρόπο που θυμίζει σφήκα και όχι πεταλούδα. Οταν πεταλούδα πρέπει να μιμηθεί πως είναι φύλλο, δεν μιμείται μόνο την κάθε λεπτομέρεια του φύλλου με τρόπο υπέροχο, αλλά προσθέτει επίσης έναν γενναιόδωρο αριθμό σχηματισμών που θυμίζουν τρύπες από δαγκώματα κάμπιας». Και ως φυσική συνεπαγωγή αυτού του πάθους, ο Ναμπόκοφ τοποθετεί την τελική σκηνή από το βιβλίο του Λολίτα στην πόλη εκείνη της αμερικανικής επικράτειας, το Τελουράιντ του Κολοράντο, όπου ανακάλυψε το πρώτο θηλυκό δείγμα του είδους Lycaeides sublivens το 1951.

Η Δήμητρα Κολλιάκου, από την άλλη, είναι η πρώτη φορά που μας παρουσιάζει το ενδιαφέρον της για τον μικρόκοσμο των εντόμων σε αυτό το έβδομο βιβλίο της – τη συλλογή 24 μικρότερων ή κάπως μεγαλύτερων ιστοριών (διηγημάτων;) υπό τον τίτλο Αλφαβητάρι Εντόμων. Με αφορμή κάθε ένα γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, βαλμένα πάντως σε σειρά μη αλφαβητική, η Κολλιάκου εστιάζει άλλοτε σε προφανείς, άλλοτε σε ασύλληπτα ασήμαντες λεπτομέρειες της συμπεριφοράς, της εμφάνισης ή της φυσιολογίας ενός είδους εντόμου και το χρησιμοποιεί σαν φυγόκεντρο δύναμη μιας σαφώς ευρύτερης και βαθύτερης αφήγησης. Δίνει έμφαση στη συμμετρία, στην κοινωνικότητα, στο ένστικτο αυτοσυντήρησης ή στους σαφείς βιολογικούς κύκλους των εντόμων, για να σχολιάσει την ανθρώπινη φύση στο πέρασμα των ιστορικών χρόνων.

Η γλωσσολογική παιδεία της Κολλιάκου είναι εμφανής σε όλο το μήκος του βιβλίου. Συνταιριάζει με μεγάλη επιτυχία διαφορετικά ύφη και αφηγηματικές τεχνικές, περνά από το ελάχιστο στο μείζον με ευκολία, ανακατεύει την ιστορία της Ευρώπης με τη σύγχρονη κατάσταση της Ελλάδας. Ακόμα και στο «δύσκολο» γράμμα ωμέγα, η συγγραφέας βρίσκει το κατάλληλο λήμμα – μας υπενθυμίζει πως το σαράκι αποκαλείται και «ωρολόγιο του θανάτου» κι ύστερα, ως άλλο αφηγηματικό σαράκι, βάζει την ηρωίδα της εν λόγω ιστορίας να σκάβει όλο και πιο βαθιές στοές στις μνήμες της ως δείγμα της ίδιας της αποστροφής της προς τις επιλογές που έκανε ώς σήμερα.

Ομοίως, η μύγα στο πολύ ωραίο «Ζβουβ», ο τίτλος του οποίου παραπέμπει στο δεύτερο μισό της λέξης «Βεελζεβούλ», κινείται παράλληλα με τη δολοφονία ενός Αφρικανού μετανάστη και μιλά για τη βία όπως κορυφώνεται σήμερα. Αξίζει επίσης να σημειωθούν και δύο συγγένειες του νέου αυτού βιβλίου της Κολλιάκου με το προηγούμενο έργο της. Αφενός η σταθερή, χαμηλή θερμοκρασία της αφήγησης (ιδιαιτέρως εμφανής από τη νουβέλα Θερμοκρασία Δωματίου του 2011 κι έπειτα) και τα διάφορα ψηφία «ακαδημαϊκότητας» στην επιλογή κάποιων φράσεων (που πάντως δεν ενοχλούν).

Ετσι, η Κολλιάκου μοιάζει (ενδεχομένως άθελά της ή έστω χωρίς σαφή πρόθεση) να ρωτά κάθε φορά: τι θα έκανε εδώ ο Ναμπόκοφ; Και, σύμφωνα με ετούτη εδώ την ανάγνωση τουλάχιστον, το «εδώ» σημαίνει ταυτόχρονα τόσο «σε αυτήν εδώ την περίπτωση» όσο και «σε αυτήν εδώ την εποχή». Ρωτά πώς λειτουργεί «εδώ» ο φόβος του θανάτου, η διάθεση για αυτοκαταστροφή ή για παράδοση στην επιθυμία. Ρωτά κατά πόσο είναι δυνατόν να υπάρξει «εδώ» η δυνατότητα της αφομοίωσης ή της μεταμόρφωσης και τελικά τα 24 κείμενα, ως σύνολο, αντιπαραβάλλουν το εφήμερο με το ατέρμονο της ανθρώπινης παρουσίας στο πέρασμα του χρόνου.

Σε αντίθεση όμως με τον τρόπο που, για παράδειγμα, ο Αίσωπος προσωποποιεί τα έντομα στους μύθους του, ή που ο Γκόλντινγκ τα χειρίζεται στον Αρχοντα των Μυγών, ή ακόμα και με τον τρόπο που αναπτύσσεται η καφκική Μεταμόρφωση, στο Αλφαβητάρι των Εντόμων συναντάμε έναν αρκετά πιο μύχιο μηχανισμό, πολύ πιο κοντινό στον τρόπο του Ναμπόκοφ. Στα Πνιν, Λολίτα και Χλομή Φωτιά, ο Ρώσος συγγραφέας μας αποκαλύπτει πώς επέλεξε να κινηθεί η Κολλιάκου – διαγράφοντας τους αρμούς της αφήγησης ακριβώς όπως είναι φτιαγμένα τα περίπλοκα εξαρτήματα των εντόμων, γεμάτα λεπτομέρειες που πάντα εξυπηρετούν κάποιον σκοπό, έστω και αν δεν είναι προφανής από την πρώτη στιγμή στο ανθρώπινο μάτι.