Ο πύργος Γκρένφελ μετατράπηκε σε «παγίδα θανάτου» εξαιτίας της «επικίνδυνης και αντίθετης προς τους κανονισμούς» ανακαίνισης που πραγματοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές του δημοτικού διαμερίσματος Κένσινγκτον και Τσέλσι, σύμφωνα με τη δημόσια έρευνα.
Η έκθεση για τα αίτια της τραγωδίας γνωστοποιήθηκε ένα χρόνο μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά στον 24ώροφο ουρανοξίστη του δυτικού Λονδίνου, που στοίχισε τη ζωή 79 ανθρώπων.
Τα νέα στοιχεία αποκαλύφθηκαν αφού οι εργολαβικές εταιρείες, που ανέλαβαν την ανακαίνιση του κτηρίου, πιέστηκαν να συμμετάσχουν πιο ενεργά στην έρευνα.
Την ένατη ημέρα της έρευνας, ο Ντάνι Φρίντμαν από μια νομική ομάδα δικηγόρων που εκπροσωπούν τους επιζώντες και τα θύματα, δήλωσε ότι οι πελάτες τους παρακολουθούσαν τις εξελίξεις με «ήρεμη οργή».
«Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα στο Λονδίνο, το οποίο διέπεται από ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που σχεδιάστηκε για να διασφαλίσει την πυρασφάλεια, μια τοπική αρχή υποκίνησε και επέβλεπε την ανακαίνιση της εργατικής κατοικίας του Πύργου με τρόπο που την κατέστησε παγίδα θανάτου» είπε ο ίδιος.
Το ζάπλουτο δημοτικό διαμέρισμα προχώρησε σε αυτή την ενέργεια «με δημόσιους πόρους που καταβλήθηκαν σε μια σειρά εργολάβων και υπερεργολάβων – κανείς από τους οποίους δεν έχει αναλάβει καμία ευθύνη για το τι συνέβη», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον Φρίντμαν, δεν εισακούστηκαν οι κάτοικοι και πολλοί πολίτες, που είχαν προειδοποιήσει για την «επικίνδυνη» και «αντίθετη» προς τους κανονισμούς ανακαίνιση, ενώ οι διασωθέντες οφείλουν στην τύχη το γεγονός ότι επέζησαν και όχι στους ελέγχους και το σχεδιασμό πυρασφάλειας.
Σημείωσε δε πως η πυροσβεστική υπηρεσία δεν κατάλαβε εγκαίρως ότι επρόκειτο για μια «φωτιά την οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει και εξαιτίας της οποίας χρειαζόταν εκκένωση, που δεν γινόταν να καθυστερήσει».
Ο Φρίντμαν επέστησε την προσοχή σε ένα κείμενο, που δημοσιεύτηκε πριν δύο χρόνια σε ιστολόγιο από την ομάδα δράσης Γκρένφελ και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «μόνο ένα περιστατικό που θα προκαλέσει σοβαρές ανθρώπινες απώλειες… θα φέρει εξωτερικό έλεγχο και θα φωτίσει τις πρακτικές της κακοήθους διακυβέρνηση του».
Φωτογραφίες από το διαμέρισμα με τον αριθμό 16 από το οποίο ξεκίνησαν όλα.
Εκπρόσωπος άλλης ομάδας δικηγόρων επικεντρώθηκε στην ευφλεκτότητα των υλικού που χρησιμοποιείται για ανακαίνιση: «Η αντίληψή μας είναι ότι η ανάφλεξη του πολυαιθυλενίου μέσα σε επένδυση προκαλεί φλεγόμενη αντίδραση πιο γρήγορα από την πτώση ενός βαρελιού βενζίνης».
Πρόσθεσε ότι η μόνωση, που χρησιμοποιήθηκε για την τοποθέτηση του αρχικού τσιμεντένιου τοίχου του Γκρένφελ, δεν ήταν περιορισμένης ευφλεκτότητας, όπως θα έπρεπε.
Επίσης, αναφέρθηκε σε προηγούμενες πυρκαγιές σε πολυώροφα κτίρια ανά τον κόσμο. «Από τις αρχές του αιώνα, τόσο σε διεθνές επίπεδο όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι φωτιές με εξωτερικά συστήματα επένδυσης έχουν γίνει σχεδόν η αρχέτυπη μορφή καταστροφής από πυρκαγιά».
«Αυτό το γεγονός έκρουσε στους κατασκευαστές τον κώδωνα του κινδύνου για την επιτακτική ανάγκη να αναπτύξουν αναλόγως τα συστήματα εκτίμησης κινδύνων τους. Η βιομηχανία αναγνωρίζει ότι το πολυαιθυλένιο ισοδυναμεί με βενζίνη».
Όσον αφορά τους εργολάβους του κτιρίου, η έκθεση επισημαίνει, μεταξύ άλλων, πως παρά τα λόγια τους για τα θύματα, «δεν είχαν καμία επιθυμία να βοηθήσουν αυτή την έρευνα, παρόλο που η εμπλοκή τους θα μπορούσε να σώσει ζωής στο άμεσο μέλλον».
«Η σιωπή των επιχειρήσεων στερεί από τις οικογένειες το βαθμό κατανόησης που δικαιούνται και έχει απλά ενισχύσει τον πόνο και την αβεβαιότητά τους. Είναι απάνθρωπο να παραμείνει κανείς σιωπηλός, όταν πολλοί αναζητούν απαντήσεις: απαντήσεις».
Στην έρευνα υπάρχει η αναφορά κι ενός ακόμη δικηγορικού γραφείου, εκ μέρους άλλης ομάδας επιζώντων και κατοίκων και υπογράμμισε το εξής: «Η απώλεια ζωής ήταν απολύτως αναπόφευκτη… Το σύστημα ασφαλείας [που συμβούλευσε τους κατοίκους να παραμείνουν] που προορίζονταν για τη διατήρηση της ζωής είχαν στρεβλωθεί σε σύστημα θανάτωσης πυρκαγιάς».
Πηγή: The Guardian
